Σαν σήμερα, στις 9 Ιανουαρίου 1908 γεννήθηκε στο Παρίσι μια γυναίκα που δεν έμελλε απλώς να γράψει βιβλία, αλλά να μετακινήσει ολόκληρες ηπείρους με τη σκέψη της. Η Σιμόν ντε Μποβουάρ δεν υπήρξε μόνο η συγγραφέας του Δεύτερου φύλου· υπήρξε μια ιστορική τομή, μια συνείδηση που έθεσε σε αμφισβήτηση ό,τι παρουσιαζόταν ως «φυσικό», «αιώνιο» και αυτονόητο για τις γυναίκες. Το έργο και η ζωή της συνιστούν ακόμη και σήμερα έναν ανοιχτό διάλογο με το παρόν.
Παιδική ηλικία και ενηλικίωση
Η Σιμόν Λισί Ερνεστίν Μαρί Μπερτράν ντε Μποβουάρ γεννήθηκε σε μια οικογένεια που κουβαλούσε τα ίχνη μιας ξεπεσμένης αριστοκρατίας. Ο πατέρας της, καλλιεργημένος και φιλελεύθερος στο πνεύμα, και η μητέρα της, βαθιά θρησκευόμενη και πιστή στους κοινωνικούς κανόνες της αστικής τάξης, διαμόρφωσαν ένα περιβάλλον εσωτερικών αντιφάσεων. Από νωρίς η μικρή Σιμόν έμαθε να διαβάζει, να γράφει, να απαγγέλλει ποίηση, να καταφεύγει στα βιβλία ως χώρο ελευθερίας.
Ωστόσο, ήδη από την παιδική και εφηβική της ηλικία ένιωσε το ρήγμα: την επαινούσαν για την εξυπνάδα της, αλλά ταυτόχρονα της υπενθύμιζαν ότι ως κορίτσι δεν όφειλε να σκέφτεται «υπερβολικά». Η φιλία της με την Ελιζαμπέτ «Ζαζά» Λακουέν και ο πρόωρος θάνατός της λειτούργησαν ως υπαρξιακό σοκ. Εκεί, η ντε Μποβουάρ άρχισε να απομακρύνεται οριστικά από τη θρησκευτική πίστη και να στρέφεται προς τη φιλοσοφία ως εργαλείο κατανόησης και αντίστασης.
Η επιλογή της να σπουδάσει φιλοσοφία –ενάντια στις κοινωνικές προσδοκίες– δεν ήταν απλώς ακαδημαϊκή. Το 1929, σε ηλικία μόλις 21 ετών, περνά με επιτυχία τις εξαιρετικά απαιτητικές εξετάσεις της agrégation, κατακτώντας μια θέση σε έναν ανδροκρατούμενο χώρο. Την ίδια χρονιά συναντά τον Ζαν-Πολ Σαρτρ. Η σχέση τους δεν υπήρξε ποτέ συμβατική: ήταν μια πνευματική συμμαχία, μια διαρκής συνομιλία ιδεών και σωμάτων, αλλά και ένα πείραμα ζωής που αμφισβήτησε τον θεσμό του γάμου, της αποκλειστικότητας και της ιδιοκτησίας στον έρωτα.
Το περίφημο «συμβόλαιό» τους δεν ήταν απλώς ερωτικό· ήταν φιλοσοφικό. Η πίστη στην ατομική ελευθερία, στην ευθύνη των επιλογών και στη διαφάνεια της επιθυμίας αποτέλεσε τον άξονα μιας σχέσης που προκάλεσε σκάνδαλα, παρεξηγήσεις και μύθους, αλλά και γέννησε ένα μοναδικό πνευματικό σύμπαν.
Λογοτεχνία, πολιτική και δημόσιος λόγος
Μετά την Κατοχή και την απελευθέρωση της Γαλλίας, η Σιμόν ντε Μποβουάρ εισέρχεται σε μια νέα, αποφασιστική φάση της ζωής της. Η συγγραφή παύει να είναι αποκλειστικά προσωπική ή αισθητική πράξη και μετατρέπεται σε πολιτική παρέμβαση. Το 1945, μαζί με τον Ζαν-Πολ Σαρτρ, ιδρύει το περιοδικό Les Temps Modernes, ένα από τα σημαντικότερα έντυπα της μεταπολεμικής Ευρώπης, που φιλοδοξούσε να συνδέσει τη φιλοσοφία με την επικαιρότητα, τη λογοτεχνία με την ευθύνη, τη σκέψη με τη δράση.
Στις σελίδες του περιοδικού αυτού, η ντε Μποβουάρ αρθρογραφεί συστηματικά για ζητήματα αποικιοκρατίας, πολέμου, κοινωνικής αδικίας και πολιτικής ηθικής. Δεν αντιλαμβάνεται ποτέ τον διανοούμενο ως ουδέτερο παρατηρητή. Αντιθέτως, θεωρεί ότι η σιωπή ισοδυναμεί με συνενοχή. Η στάση αυτή θα τη φέρει συχνά σε σύγκρουση τόσο με συντηρητικούς κύκλους όσο και με τμήματα της αριστεράς, ιδίως όταν εκφράζει επιφυλάξεις για τον σταλινισμό και αργότερα για τις αυταπάτες της δυτικής διανόησης απέναντι στην ΕΣΣΔ.
Παράλληλα, η λογοτεχνία της αποκτά σαφή κοινωνική και πολιτική διάσταση. Το μυθιστόρημα Οι Μανδαρίνοι (1954), που τιμήθηκε με το βραβείο Γκονκούρ, αποτελεί μια σύνθετη τοιχογραφία της μεταπολεμικής γαλλικής διανόησης. Μέσα από τις ζωές των ηρώων της, η ντε Μποβουάρ εξετάζει το δίλημμα της στράτευσης: μπορεί ο διανοούμενος να παραμείνει πιστός στην ελευθερία του χωρίς να αποκοπεί από την κοινωνική πραγματικότητα; Το έργο δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις· καταγράφει τις αντιφάσεις, τις ματαιώσεις και τις ηθικές εντάσεις μιας γενιάς που προσπαθεί να σταθεί όρθια πάνω στα ερείπια του πολέμου.
Το «Δεύτερο φύλο»: μια ριζοσπαστική τομή
Το 1949, η έκδοση του Δεύτερου φύλου συνιστά όχι απλώς λογοτεχνικό ή φιλοσοφικό γεγονός, αλλά ιστορική καμπή. Η ντε Μποβουάρ επιχειρεί κάτι τολμηρό και πρωτόγνωρο: να μελετήσει τη γυναίκα όχι ως βιολογικό δεδομένο ή αιώνιο σύμβολο, αλλά ως ιστορικό υποκείμενο. Αντλώντας υλικό από τη φιλοσοφία, την ψυχανάλυση, την ανθρωπολογία, τη λογοτεχνία και την κοινωνιολογία, οικοδομεί μια συνολική θεωρία της γυναικείας καταπίεσης.
Η βασική της θέση –ότι η γυναίκα δεν γεννιέται, αλλά γίνεται– αποδομεί αιώνες «φυσικοποιημένων» ανισοτήτων. Η μητρότητα, ο γάμος, η οικογένεια, η σεξουαλικότητα παύουν να θεωρούνται αναπόδραστο πεπρωμένο και αναλύονται ως κοινωνικοί θεσμοί που επιβάλλουν ρόλους και περιορισμούς. Η γυναίκα παρουσιάζεται ως «Άλλος» σε έναν κόσμο δομημένο από και για τον άνδρα, εγκλωβισμένη σε μια συνθήκη ετεροκαθορισμού.
Οι αντιδράσεις υπήρξαν οξείες. Το Βατικανό καταδίκασε το βιβλίο, συντηρητικοί κύκλοι μίλησαν για ανηθικότητα, ενώ ακόμη και φεμινίστριες της εποχής δυσφόρησαν απέναντι στην ψυχρή, αναλυτική της ματιά. Κι όμως, το Δεύτερο φύλο έγινε το θεωρητικό θεμέλιο του δεύτερου κύματος φεμινισμού και παραμένει έως σήμερα σημείο αναφοράς σε κάθε συζήτηση για το φύλο, το σώμα και την εξουσία.
Αγάπη, έρωτας και ηθική της ελευθερίας
Στο έργο και τη ζωή της ντε Μποβουάρ, ο έρωτας δεν αντιμετωπίζεται ποτέ ως ιδιωτική υπόθεση αποκομμένη από την κοινωνία. Τα μυθιστορήματά της, όπως Η Προδομένη Γυναίκα, εξερευνούν με ψυχραιμία αλλά και ενσυναίσθηση τις λεπτές αποχρώσεις της ζήλιας, της απιστίας, της φθοράς του χρόνου. Δεν ηθικολογεί· παρατηρεί. Δεν καταδικάζει· κατανοεί.
Η ίδια αναγνώρισε αργότερα ότι οι «παράλληλοι δεσμοί» της και του Σαρτρ προκάλεσαν πόνο σε τρίτους ανθρώπους. Αυτή η παραδοχή αποκαλύπτει μια σπάνια πνευματική εντιμότητα: η ελευθερία, για τη ντε Μποβουάρ, δεν ήταν ποτέ χωρίς κόστος ούτε χωρίς ευθύνη. Η ηθική της δεν ήταν αφηρημένη· ήταν βιωματική, συχνά αντιφατική, πάντοτε ειλικρινής.
Η γυναίκα, ο χρόνος και το τέλος
Στα ύστερα έργα της, η ντε Μποβουάρ στρέφεται προς τη φθορά, το γήρας και τον θάνατο. Στο Ένας πολύ γλυκός θάνατος περιγράφει με σπαρακτική ακρίβεια τον θάνατο της μητέρας της, απογυμνώνοντας την οικογενειακή σχέση από κάθε εξιδανίκευση. Στο Η δύναμη των πραγμάτων και στην Τελετή του αποχαιρετισμού καταγράφει τα τελευταία χρόνια του Σαρτρ, τη σωματική παρακμή, αλλά και τη διατήρηση της πνευματικής εγρήγορσης μέχρι τέλους.
Αυτά τα έργα δεν είναι απλώς προσωπικές μαρτυρίες. Είναι φιλοσοφικές ασκήσεις πάνω στο πεπερασμένο της ύπαρξης, στη σχέση μνήμης και ευθύνης, στη δυσκολία του αποχαιρετισμού.
Η Σιμόν ντε Μποβουάρ πέθανε το 1986, όμως το έργο της παραμένει ζωντανό ακριβώς επειδή δεν προσφέρει συνταγές. Προκαλεί. Αποσταθεροποιεί. Αναγκάζει σε σκέψη. Σε έναν κόσμο όπου οι ανισότητες επανεμφανίζονται με νέες μορφές και η γυναικεία αυτοδιάθεση τίθεται ξανά υπό αμφισβήτηση, η φωνή της αντηχεί όχι ως μνημείο, αλλά ως κάλεσμα.
Όχι να τη μιμηθούμε, αλλά να συνεχίσουμε το έργο της: να εξετάζουμε κριτικά ό,τι παρουσιάζεται ως φυσικό, να υπερασπιζόμαστε την ελευθερία ως καθημερινό αγώνα και να θυμόμαστε ότι η σκέψη δεν χωρίζεται από τους τρόπους ζωής.
Διαβάστε επίσης:
Ντέιβιντ Μπόουι: Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Λευκός Δούκας των αέναων μεταμορφώσεων
Γκι Ντεμπόρ: Σαν σήμερα γεννήθηκε ο ανατόμος της κοινωνίας του θεάματος
Σαν σήμερα έφυγε ο Κορνήλιος Καστοριάδης – Το τελευταίο του κείμενο (βίντεο)











