Την «Καθημερινή της Κυριακής» διάλεξε ο Ευάγγελος Βενιζέλος, για να αναφερθεί στη γνωστή δήλωση του πρωθυπουργού ότι δεν είναι η ώρα να σχολιάσουμε την επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα.
Και τι έπραξε ο πρώην Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και αντιπρόεδρος των κυβερνήσεων Παπανδρέου, Παπαδήμου και Σαμαρά; Αναφέρθηκε στα διλήμματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής σε μια «απειλητικά υπερκινητική», όπως τη χαρακτηρίζει, συγκυρία.
Και αφενός τονίζει ότι η επίκληση του διεθνούς δικαίου και η δήλωση σεβασμού του είναι μια από τις πιο κρίσιμες παραμέτρους της εξωτερικής πολιτικής μιας μεσαίας δυτικής χώρας, μέλους της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ, όπως η Ελλάδα που έχει ιδιαίτερο πρόβλημα εθνικής ασφάλειας πέραν του ευρωπαϊκού και του νατοϊκού, αφετέρου επισημαίνει ότι το διεθνές δίκαιο ως σημείο αναφοράς σημαίνει και διεθνή δικαιοδοτική διαδικασία η οποία ενδέχεται να καταλήξει σε απόφαση που δεν είναι πλήρως ικανοποιητική για τις ελληνικές θέσεις.”.
Κομματάκι θολό το παραπάνω, αφού το ερώτημα δεν είναι η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου (η οποία μπορεί και να μην μας αρέσει) ούτε οι αμφισημίες του Διεθνούς Δικαίου αλλά αν μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα, διά του πρωθυπουργού της, μπορεί ή δεν μπορεί να σχολιάσει την παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου από τον πλανητάρχη. Αν οφείλει και αν την συμφέρει σε βάθος χρόνου να παραμείνει στην πλευρά του Διεθνούς Δικαίου ή πρέπει να περάσει στην πλευρά του δορυφόρου των ισχυρών ώστε να εξασφαλίσει (αν εξασφαλίσει) τη στήριξή τους την κρίσιμη ώρα.
Και εδώ ο κ. Βενιζέλος κάτι προσπαθεί να πει αλλά δεν το λέει: «η ελληνική εξωτερική πολιτική πρέπει πρωτίστως να έχει συνείδηση της Ιστορίας, που εμπεριέχει και την ιστορική γεωγραφία» γράφει! Δηλαδή;
Ο κ. Αντιπρόεδρος γράφει: «Η αναγωγή στο διεθνές δίκαιο κατά τον ελληνικό επίσημο και γενικότερα τον δημόσιο λόγο της τελευταίας πεντηκονταετίας που έχει στην αφετηρία της το καταγωγικό τραύμα της Μεταπολίτευσης σε σχέση με την Κύπρο, δεν γίνεται μόνον ή κυρίως για λόγους ιδεαλιστικούς ή αξιακούς, αλλά επειδή κυριαρχεί η πεποίθηση ότι αυτό προστατεύει το εθνικό συμφέρον: τόσο την εθνική κυριαρχία, την εδαφική ακεραιότητα και τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας, όσο και την πιθανότητα να μεταβληθεί η πραγματική κατάσταση στην Κύπρο και να συμφωνηθεί μια λύση εγγύτερη προς το σχήμα της δικοινοτικής διζωνικής ομοσπονδίας» και προσθέτει με νόημα: «Οφείλουμε όμως να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας. Η επίκληση του διεθνούς δικαίου στις ελληνοτουρκικές σχέσεις κατά την πάγια επίσημη ελληνική θέση οδηγεί στην οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ μέσω διμερούς συμφωνίας ή με συμφωνημένη προσφυγή ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης.».
Κατά τον κ. Βενιζέλο «Το διεθνές δίκαιο αναγνωρίζει την κρατική κυριαρχία αλλά και την περιορίζει. Αυτό είναι το γενετικό του πρόβλημα γιατί το συνδέει με την κυριαρχία που εμφανίζεται ίση για όλα τα κράτη ως νομικό μέγεθος αλλά είναι προκλητικά άνιση και ασύμμετρη ως πραγματικό μέγεθος.».
Και αφού αναφέρεται στις διαφορετικές προσεγγίσεις μεταξύ ΕΕ, ΗΠΑ, Ρωσίας και Κίνας στην αντίληψη περί κυριαρχίας και διεθνούς δικαίου καταλήγει: «Στο ερώτημα συνεπώς αν η ελληνική εξωτερική πολιτική μπορεί να συνδυάσει τη «Realpolitik» και τον σεβασμό στο Διεθνές Δίκαιο, θα έδινα την απάντηση ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική πρέπει πρωτίστως να έχει συνείδηση της Ιστορίας, που εμπεριέχει και την ιστορική γεωγραφία».
Και συνεχίζει: «Έχοντας συνείδηση της Ιστορίας μπορεί να τοποθετεί στην οικεία θέση το κεκτημένο της διεθνούς νομιμότητας και του δυτικού νομικού πολιτισμού με τις αξίες και τα αυτονόητά του, αλλά προφανώς και όλες τις παραμέτρους της εθνικής ισχύος και την πλήρη εικόνα του διεθνούς συσχετισμού και της δυναμικής του με αίσθηση της πραγματικότητας επί του πεδίου (awareness of the situation ).
Άσκηση εξαιρετικά δύσκολη, η διεξαγωγή της οποίας προϋποθέτει ότι ως κράτος και ως πολιτικό σύστημα αλλά και ως κοινωνία των πολιτών μπορούμε, συζητώντας και συναινώντας με σοβαρότητα στα ουσιώδη, χωρίς μικρότητες και χωρίς εθελοτυφλία, να εκφράσουμε το έθνος ως ιστορικό υποκείμενο μέσα σε μια διεθνή συγκυρία απειλητικά υπερκινητική».
Κοντολογίς και αν ξεμπέρδεψα καλά τις λεκτικές περικοκλάδες του κειμένου η θέση του αντιπροέδρου είναι ότι μπορούμε να τα κάνουμε και τα δύο! Και με το Διεθνές Δίκαιο και με τον πλανητάρχη! Τουλάχιστον αναγνωρίζει ότι η «άσκηση» που προτείνει είναι εξαιρετικά δύσκολη. Αλλά μάλλον ο κ. Βενιζέλος δεν θέλει να απαντήσει στο βασικό ερώτημα, θέλει απλά να στείλει το μήνυμα στον πρωθυπουργό «έλα να νου δείξω εγώ πως γίνεται η δουλειά…».
Διαβάστε επίσης:
Μητσοτάκης για Βενεζουέλα: Ελπίδα, σιωπή και ευθυγράμμιση
Γιατί ο Ευάγγελος Βενιζέλος προκαλεί «πονοκέφαλο» στη Χαριλάου Τρικούπη
Θριαμβολογεί ο Βενιζέλος για τα μνημόνια που χρεωκόπησαν τη χώρα











