Η ιστορία θυμάται συχνά τις φωτιές, σπανιότερα όμως τους ανθρώπους που καίγονται μέσα τους. Ο Μαρίνους βαν ντερ Λούμπε, ένας σχεδόν τυφλός Ολλανδός εργάτης, βρέθηκε στο κέντρο του πιο καθοριστικού πολιτικού επεισοδίου της ναζιστικής ανόδου. Ήταν ένας μοναχικός επαναστάτης ή το εύκολο άλλοθι ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος; Σήμερα, στην επέτειο της γέννησής του, η ζωή και η μοίρα του επανέρχονται όχι ως απλή ιστορική υποσημείωση, αλλά ως στοχασμός πάνω στη βία, την πολιτική ευθύνη και τη χειραγώγηση της Ιστορίας.
Ένα παιδί της εργατικής Ευρώπης
Ο Μαρίνους βαν ντερ Λούμπε γεννήθηκε στις 13 Ιανουαρίου 1909 στο Ούχστχιστ της Νότιας Ολλανδίας, σε μια οικογένεια σημαδεμένη από τη φτώχεια και τη διάλυση. Παιδί χωρισμένων γονιών, μεγάλωσε με τη μητέρα του και, μετά τον θάνατό της το 1921, βρέθηκε στο σπίτι της ετεροθαλούς αδελφής του. Από πολύ νωρίς γνώρισε τη σκληρότητα της χειρωνακτικής εργασίας στην οικοδομή. Η σωματική του δύναμη του χάρισε το παρατσούκλι «Ντέμπσεϊ», από τον διάσημο Αμερικανό πυγμάχο, όμως το σώμα του δεν άργησε να τον προδώσει.
Δύο εργατικά ατυχήματα, μέσα σε λίγα χρόνια, τον άφησαν σχεδόν τυφλό. Στα δεκαεννιά του, χωρίς σταθερή εργασία, ζούσε με μια πενιχρή αναπηρική σύνταξη. Εκεί, μέσα στην αδράνεια και την κοινωνική περιθωριοποίηση, η πολιτική έγινε για τον βαν ντερ Λούμπε όχι θεωρία αλλά υπαρξιακή διέξοδος.
Από την κομματική πειθαρχία στη μοναχική δράση
Το 1925 εντάχθηκε στο Ολλανδικό Κομμουνιστικό Κόμμα, όμως σύντομα απογοητεύτηκε από τη γραφειοκρατία και την πειθαρχία του. Η πολιτική του διαδρομή χαρακτηρίστηκε από συνεχείς μετατοπίσεις: από το κόμμα στη Διεθνιστική Κομμουνιστική Ομάδα, από τη συλλογική δράση στη μοναχική πρωτοβουλία. Ίδρυσε το «Σπίτι του Λένιν», οργάνωνε συζητήσεις, προκαλούσε απεργίες, συγκρουόταν με την αστυνομία, φυλακιζόταν και απελευθερωνόταν.
Ταυτόχρονα, ανέπτυξε μια σχεδόν ρομαντική ιδέα της επανάστασης. Ονειρεύτηκε ταξίδια στη Σοβιετική Ένωση, στην Κίνα, σε μια Ευρώπη χωρίς σύνορα και καταπίεση. Περπάτησε χιλιάδες χιλιόμετρα, κοιμήθηκε σε πανσιόν, πουλούσε καρτ-ποστάλ για να επιβιώσει. Όμως κάθε του σχέδιο έμενε μισό. Η Ιστορία, όπως και η προσωπική του ζωή, του έκλεινε διαρκώς τον δρόμο.

Το Βερολίνο του 1933: μια πόλη στο χείλος του γκρεμού
Όταν ο Χίτλερ ανέλαβε την καγκελαρία στις 30 Ιανουαρίου 1933, ο βαν ντερ Λούμπε βρισκόταν ήδη σε κίνηση. Έφτασε στο Βερολίνο βλέποντας σε αυτό την καρδιά μιας επερχόμενης σύγκρουσης. Η βία μεταξύ ναζί και κομμουνιστών, η φτώχεια, ο φόβος, αλλά και η πολιτική αδράνεια των μαζών, τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι κάτι «θεαματικό» έπρεπε να συμβεί για να ξυπνήσει η κοινωνία.
Οι πρώτες του απόπειρες ήταν σχεδόν αδέξιες: μικροί εμπρησμοί σε δημόσια κτίρια, χωρίς αποτέλεσμα. Στις 27 Φεβρουαρίου 1933, όμως, μπήκε στο Ράιχσταγκ. Λίγες ώρες αργότερα, το κτίριο της γερμανικής Βουλής φλεγόταν.
Ο βαν ντερ Λούμπε συνελήφθη μέσα στο κτίριο, εξαντλημένος, ημίγυμνος, συγχυσμένος. Ομολόγησε σχεδόν αμέσως ότι έδρασε μόνος του, με σκοπό να προκαλέσει εξέγερση ενάντια στους Ναζί. Το ίδιο βράδυ, όμως, η φωτιά είχε ήδη αποκτήσει άλλη σημασία. Ο Χίτλερ, ο Γκέρινγκ και ο Γκέμπελς έσπευσαν στο σημείο και μίλησαν για κομμουνιστική συνωμοσία.
Μέσα σε λίγες ώρες, το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας τέθηκε εκτός νόμου. Χιλιάδες συνελήφθησαν. Την επόμενη μέρα εκδόθηκε το «Διάταγμα της Πυρκαγιάς του Ράιχσταγκ», που ανέστειλε θεμελιώδεις ατομικές ελευθερίες και άνοιξε τον δρόμο για τη ναζιστική δικτατορία. Ανεξάρτητα από το ποιος άναψε τη φωτιά, το καθεστώς ήταν ο μεγάλος της κερδισμένος.
Η δίκη της Λειψίας και η μοναξιά του κατηγορούμενου
Στη δίκη που ακολούθησε, ο βαν ντερ Λούμπε βρέθηκε στο εδώλιο μαζί με τέσσερις κομμουνιστές ηγέτες, ανάμεσά τους και ο Γκιόργκι Ντιμιτρόφ. Εκείνοι αθωώθηκαν, εκείνος καταδικάστηκε σε θάνατο. Σιωπηλός, εξαντλημένος από απεργίες πείνας και απομόνωση, έμοιαζε να έχει ήδη αποσυρθεί από τον κόσμο.
Οι κομμουνιστές δεν τον συγχώρησαν ποτέ. Τον θεώρησαν προβοκάτορα ή χρήσιμο ηλίθιο. Οι Ναζί τον χρησιμοποίησαν ως σύμβολο της «απειλής». Ο ίδιος, τελικά, δεν ανήκε σε κανέναν.
Στις 10 Ιανουαρίου 1934, μόλις τρεις ημέρες πριν συμπληρώσει τα 25 του χρόνια, εκτελέστηκε με γκιλοτίνα στις φυλακές της Λειψίας.
Μεταθανάτια δικαίωση και ιστορική αμφισημία
Μετά τον πόλεμο, η υπόθεσή του επανήλθε πολλές φορές στη δημόσια συζήτηση. Ο αδελφός του και Γερμανοί νομικοί ζήτησαν επανειλημμένα την αναψηλάφηση της δίκης. Τελικά, το 2008, το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Καρλσρούης ακύρωσε την καταδίκη του, στο πλαίσιο της μεταπολεμικής αποκατάστασης θυμάτων της ναζιστικής Δικαιοσύνης.
Το ερώτημα για το αν έδρασε μόνος ή αν η πράξη του αξιοποιήθηκε –ή και υπερκαλύφθηκε– από τις δυνάμεις του καθεστώτος, παραμένει αντικείμενο ιστορικής έρευνας. Εκείνο που δεν αμφισβητείται είναι ότι ο εμπρησμός του Ράιχσταγκ λειτούργησε ως καταλύτης για την ταχεία κατάλυση των δημοκρατικών ελευθεριών στη Γερμανία.
Ο Μαρίνους Βαν ντερ Λούμπε δεν υπήρξε ηγέτης, ούτε θεωρητικός. Υπήρξε ένας άνθρωπος της εποχής του: φτωχός, ανήσυχος, ιδεολογικά παθιασμένος, σωματικά τραυματισμένος και ιστορικά παγιδευμένος. Η πράξη του, όποια ερμηνεία κι αν της δοθεί, απέκτησε βάρος δυσανάλογο του προσώπου του.
Σαν σήμερα, η μνήμη του μας φέρνει αντιμέτωπους όχι με εύκολες απαντήσεις, αλλά με το πώς η Ιστορία συχνά συνθλίβει τα άτομα και πώς μια μοναχική πράξη μπορεί να μετατραπεί σε σημείο καμπής για ολόκληρες κοινωνίες.
Διαβάστε επίσης:
Σαν σήμερα γεννήθηκε η Σιμόν ντε Μποβουάρ: Αφιέρωμα στη ζωή και τη σκέψη της
Γκι Ντεμπόρ: Σαν σήμερα γεννήθηκε ο ανατόμος της κοινωνίας του θεάματος
Σαν σήμερα έφυγε ο Κορνήλιος Καστοριάδης – Το τελευταίο του κείμενο (βίντεο)











