Ξεκάθαρο μήνυμα στρατηγικής αυτονόμησης της Ευρώπης από τις ΗΠΑ έστειλε ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, δηλώνοντας πως η Ουάσινγκτον, υπό τον νυν πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, δεν μπορεί να θεωρείται αξιόπιστος εγγυητής μιας διεθνούς τάξης βασισμένης σε κανόνες.
Μιλώντας σε προεκλογική εκδήλωση των Χριστιανοδημοκρατών (CDU) στο Χέντεσχαϊμ της Βάδης-Βυρτεμβέργης, ο Μερτς υπογράμμισε ότι οι ΗΠΑ κινούνται όλο και περισσότερο στη λογική της «καθαρής ισχύος και του στενού εθνικού συμφέροντος», απομακρυνόμενες από το διεθνές δίκαιο και την πολυμερή συνεργασία.
Ο Γερμανός καγκελάριος εμφανίστηκε αποστασιοποιημένος από κάθε προσδοκία άσκησης επιρροής στον Αμερικανό πρόεδρο. «Ποιο το νόημα της κριτικής, όταν εκείνος στον οποίο απευθύνεται θεωρεί ότι έχει πάντα δίκιο;», διερωτήθηκε, ξεκαθαρίζοντας ότι το Βερολίνο δεν μπορεί πλέον να επενδύει σε αλλαγή στάσης της Ουάσινγκτον.
Επίσης, σημείωσε ότι η Ευρώπη δεν πρέπει να αποδεχθεί ρόλο παθητικού παρατηρητή ή “πιονιού των υπερδυνάμεων”. «Δεν ζούμε σε μια μικρή πολιτική ή οικονομική γωνιά. Ζούμε σε ένα από τα μεγαλύτερα και πιο επιτυχημένα βιομηχανικά μπλοκ του κόσμου», τόνισε, απορρίπτοντας κάθε λογική υποχώρησης.
Σύμφωνα με τον Μερτς, ακόμη και οι ΗΠΑ παρακολουθούν τις εξελίξεις στην Ευρώπη, ωστόσο ο σεβασμός δεν κερδίζεται με μετριοπάθεια ή αυτοϋποτίμηση. «Δεν θα μας προσέξουν αν σκύβουμε το κεφάλι. Θα μας σεβαστούν αν στεκόμαστε όρθιοι, με συμμάχους που μιλούν την ίδια γλώσσα με εμάς», ανέφερε, δίνοντας έμφαση στην ανάγκη κοινής ευρωπαϊκής στρατηγικής.
Κεντρικός πυλώνας της στρατηγικής είναι, κατά τον ίδιο, η οικονομική και βιομηχανική ισχύς. Η Ευρώπη και η Γερμανία οφείλουν να επαναφέρουν την ανταγωνιστικότητα στο προσκήνιο, ώστε να μπορούν να διαπραγματεύονται από θέση δύναμης στο διεθνές πεδίο.
Ο Μερτς συνέδεσε τη γεωπολιτική ισχύ με τις εσωτερικές μεταρρυθμίσεις και τάχθηκε υπέρ της αύξησης των ωρών και των ετών εργασίας, επισημαίνοντας ότι χωρίς ισχυρή παραγωγική βάση η Γερμανία δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις προκλήσεις του μέλλοντος.
Παράλληλα, άσκησε κριτική στον υψηλό αριθμό αναρρωτικών αδειών, που φτάνει κατά μέσο όρο τις 14,5 ημέρες ετησίως ανά εργαζόμενο, θέτοντας ζήτημα κινήτρων για μεγαλύτερη συμμετοχή στην εργασία και προτείνοντας, μεταξύ άλλων, την κατάργηση της τηλεφωνικής αναρρωτικής άδειας.
Ο Γερμανός καγκελάριος δεν δίστασε να επικρίνει και τη συζήτηση που διεξάγεται στην Ευρώπη γύρω από τη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με τις χώρες της Mercosur, κάνοντας λόγο για μικροπολιτική προσέγγιση σε μια περίοδο μεγάλων γεωπολιτικών ανακατατάξεων. «Δεν είναι δυνατόν να χανόμαστε στα μικρά, όταν διακυβεύεται η στρατηγική θέση της Ευρώπης στον κόσμο», σημείωσε.
Διαβάστε ακόμη:
Ανταρσία Ρεπουμπλικανών απέναντι στον Τραμπ για Γροιλανδία











