Το ωραίο με τις παρουσιάσεις βιβλίων είναι ότι σου επιτρέπουν να ακούσεις πολιτική χωρίς την υποχρέωση να χειροκροτήσεις «το σχέδιο», μόνο το εξώφυλλο. Στη Θεσσαλονίκη, με τη θάλασσα να κάνει πως δεν ακούει και την αίθουσα να κάνει πως δεν θυμάται, ο Αλέξης Τσίπρας ανέβηκε στο βήμα για την Ιθάκη και, αντί για λογοτεχνικό ταξίδι, έστησε έναν πολιτικό χάρτη: κόσμος που γυρίζει στο «δίκαιο του ισχυρού», Ευρώπη που κοιτάζει αλλού, Ελλάδα που – κατά τον ίδιο – κινδυνεύει να μπερδέψει τις συμμαχίες με τους προστάτες.
Υπάρχει μια λεπτή ειρωνεία εδώ: να μιλάς για Ιθάκη (δηλαδή για δρόμο, κόπο, χρόνο) και να καταλήγεις να περιγράφεις ένα κράτος που δεν αντέχει ούτε τη διάρκεια ούτε τη μνήμη. Το «επιτελικό», είπε, δεν απέτυχε απλώς: «αναπαλαίωσε» το κράτος, το έκανε μικρό για τις ανάγκες των πολλών και τεράστιο για τα ρουσφέτια των λίγων, «λάφυρο» και όχι θεσμό. Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε υποκλοπές ως «μοντέλο εξουσίας», ΟΠΕΚΕΠΕ ως σύμπτωμα, Τέμπη ως τραύμα και FIR ως προειδοποίηση, παρουσίαζε μια ανθρωπολογία της εξουσίας: πώς ένα σύστημα μαθαίνει να ζει χωρίς λογοδοσία και μετά απορεί γιατί οι πολίτες δεν έχουν οξυγόνο.
Η πρώτη «στροφή» της ομιλίας ήταν διεθνής: ο κόσμος αλλάζει και «όχι προς το καλύτερο», με τον Αμερικανό Πρόεδρο να διεκδικεί πόρους, την Ευρώπη να ακολουθεί, τον αυταρχισμό να κερδίζει έδαφος. Σκληρό πλαίσιο. Αλλά η δεύτερη στροφή ήταν η πραγματική: το διεθνές δεν είναι τηλεοπτική ζώνη, αλλά καθρέφτης. Όταν λες «δεν είναι ώρα να σχολιάσουμε τη νομιμότητα» για μια επέμβαση (στην ομιλία του αναφέρθηκε στη Βενεζουέλα), αύριο πώς θα υπερασπιστείς Κύπρο, Αιγαίο, διεθνές δίκαιο; Εκεί ο Τσίπρας επανέφερε την παλιά του υπογραφή: «πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική», όχι «προκεχωρημένο φυλάκιο».
Η Θεσσαλονίκη, βέβαια, ακούει αυτά τα πράγματα με μια δική της ειρωνεία. Είναι πόλη που ξέρει τι σημαίνει «πυλώνας» και τι σημαίνει «φυλάκιο». Πυλώνας είναι όταν χτίζεις συμμαχίες και έχεις θεσμούς να τις στηρίξεις. Φυλάκιο είναι όταν κάνεις θόρυβο για να μην ακουστεί η σιωπή σου. Κι εδώ ο Τσίπρας προσπάθησε να πείσει ότι η σημερινή κυβέρνηση κάνει το δεύτερο, μια Ελλάδα που «τα δίνει όλα» και παίρνει πίσω ακυρώσεις, «σφύριγμα αδιάφορο», μεταφορά προβλημάτων στο μέλλον.
Η τρίτη στροφή ήταν ελληνική, σχεδόν σωματική: πατριωτισμός. Όχι ο πατριωτισμός της παρέλασης (που «θυμάται τον πατριωτισμό και ξεχνά την εφορία»), αλλά ο «νέος πατριωτισμός» κοινωνικής δικαιοσύνης και ευθύνης. Σ’ αυτή τη λέξη –πατριωτισμός – ο Τσίπρας πάντα θέλει να κερδίσει πίσω κάτι που του χρεώθηκε ως απώλεια. Και γι’ αυτό επέστρεψε στις Πρέσπες με τη φράση «είμαστε υπερήφανοι», σαν μάθημα: το εθνικό πάνω από το κομματικό. Είναι διδακτικό; Είναι. Είναι και ρίσκο; Επίσης. Γιατί για να πουλήσεις «νέο πατριωτισμό» πρέπει να αποδείξεις ότι δεν είναι απλώς νέα συσκευασία σε παλιά συναισθήματα.
Και κάπου εκεί ήρθε η πιο «θεσσαλονικιώτικη» στιγμή της ομιλίας: MERCOSUR. Περισσότερο ως εσωτερικό τεστ εντιμότητας κι όχι απλά ως διεθνής συμφωνία. «Σε τι ακριβώς ψήφισε ΝΑΙ;» ρώτησε, μιλώντας για εισαγωγές, πρότυπα, αθέμιτο ανταγωνισμό, και έδεσε τη συμφωνία με την αγροτική οργή, τα μπλόκα, την αίσθηση εγκατάλειψης. Εδώ παίζει η αξιοπρέπεια της περιφέρειας. Και η Βόρεια Ελλάδα ξέρει από αξιοπρέπεια που γίνεται στατιστική.
Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αν είχε «καλές ατάκες» ή αν πέτυχε το κάδρο. Είναι άλλο: η Ιθάκη του είναι πολιτική πορεία ή πολιτική επιστροφή; Διότι μέσα στην ομιλία υπήρχε μια λέξη-κλειδί που έμοιαζε να ζητάει άδεια εισόδου στο 2026: «ανασύνθεση». Μια «μεγάλη προοδευτική παράταξη», όχι «μικρά κόμματα» ούτε «δύναμη διαμαρτυρίας», αλλά κυβερνώσα πρόταση. Με «πυξίδα την εντιμότητα, τη δικαιοσύνη, τη δημοκρατία».
Στην Ελλάδα όλοι θέλουν να φτιάξουν «μεγάλο σχήμα», αρκεί να είναι μικρή η καρέκλα του άλλου. Όλοι μιλάνε για «πρόσωπα», αλλά φοβούνται τις προσωπικότητες. Όλοι ζητάνε «θεσμούς», αλλά ερωτεύονται τους μηχανισμούς. Το κοινό είναι απογοητευμένο όχι επειδή δεν ακούει ωραίες λέξεις, αλλά επειδή έχει δει τις λέξεις να γίνονται άλλοθι.
Κι όμως, ίσως χωρίς να το καταλάβει και ο ίδιος: όταν είπε «και όμως κινείται», δεν μιλούσε μόνο για την κοινωνία. Μιλούσε για την ανάγκη να ξανακινηθεί η ιδέα ότι η πολιτική δεν είναι προϊόν αλλά ευθύνη. Ότι κράτος δεν είναι ούτε λάφυρο ούτε αλγόριθμος. Είναι μνήμη, συνέχεια, πρόνοια, αξιοπρέπεια. Και όταν αυτά λείπουν, ο κυνισμός γίνεται κανονικότητα και η άκρα Δεξιά βρίσκει χώρο να παρκάρει.
Η Ιθάκη δεν είναι βιβλίο, ούτε βήμα, ούτε κόμμα. Είναι ο τρόπος που μια κοινωνία αποφασίζει να μη ζει άλλο «στο περίπου». Να μην αποδέχεται άλλο το «έτυχε» ως εθνική στρατηγική. Να απαιτεί κράτος που προβλέπει, προστατεύει, λογοδοτεί. Να απαιτεί πολιτικούς που δεν ζητούν πίστη, αλλά αντέχουν τον έλεγχο.
Και αν υπάρχει κάτι που αξίζει να κρατήσουμε από την παρουσίαση στη Θεσσαλονίκη είναι αυτό: η χώρα δεν χρειάζεται άλλον έναν καπετάνιο που θα μας πει ότι «φταίνε τα κύματα». Χρειάζεται πλήρωμα που θυμάται πού πάει, γιατί πάει και ποιον δεν αφήνει πίσω.
Γιατί, στο τέλος, η μόνη Ιθάκη που έχει νόημα είναι εκείνη που δεν τη φτάνεις μόνος σου.
Διαβάστε επίσης
Η «Ιθάκη» ως προεκλογικό franchise στη Θεσσαλονίκη
Από τον Δούκα στην «Ιθάκη», μια πρόσκληση δρόμος
«Ιθάκη» με πράσινες μεταγραφές, χωρίς ΣΥΡΙΖΑίους και… εξώστη











