Σε τροχιά επανεξέτασης μπαίνουν τέλος επιτηδεύματος και προκαταβολή φόρου, δύο από τις πιο βαριές και διαχρονικές φορολογικές επιβαρύνσεις που εξακολουθούν να επηρεάζουν πάνω από 350.000 επιχειρήσεις και νομικά πρόσωπα, ανεξαρτήτως μεγέθους ή κύκλου εργασιών.
Το Υπουργείο Οικονομικών ανοίγει τον φάκελο του τέλους επιτηδεύματος και της προκαταβολής φόρου, με το οικονομικό επιτελείο να προχωρά σε αξιολόγηση «από μηδενική βάση», στοχεύοντας σε σταδιακή ελάφρυνση της επιχειρηματικής δραστηριότητας τα επόμενα χρόνια.
Οι τελικές εισηγήσεις αναμένεται να κατατεθούν το προσεχές διάστημα στην πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Οικονομικών και στον αρμόδιο υπουργό, πριν λάβουν την οριστική έγκριση από το Μέγαρο Μαξίμου.
Η κυβερνητική στόχευση επικεντρώνεται στη διαμόρφωση ενός πιο φιλικού και ανταγωνιστικού φορολογικού περιβάλλοντος, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η δημοσιονομική σταθερότητα.
Το τέλος επιτηδεύματος, μνημονιακό μέτρο που επιβάλλεται σε ετήσια βάση, παραμένει σε ισχύ για τα νομικά πρόσωπα, παρά την κατάργησή του για τους ελεύθερους επαγγελματίες με τον φορολογικό νόμο του 2024. Πρόκειται για κατ’ αποκοπή φόρο, ανεξάρτητο από την κερδοφορία, γεγονός που τον καθιστά ιδιαίτερα επιβαρυντικό κυρίως για μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.
Το ύψος του κυμαίνεται από 800 έως 1.000 ευρώ ετησίως, ανάλογα με την έδρα, ενώ για κάθε υποκατάστημα προστίθεται επιπλέον επιβάρυνση. Παράλληλα, δεν εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα, αυξάνοντας περαιτέρω τη συνολική φορολογική πίεση.
Σύμφωνα με πληροφορίες, εξετάζονται σενάρια για σταδιακή μείωση ή για πλήρη κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος από το 2027. Το δημοσιονομικό κόστος μιας τέτοιας παρέμβασης εκτιμάται στα 250 εκατ. ευρώ, ποσό που θεωρείται ότι μπορεί να καλυφθεί μέσω ισοδύναμων μέτρων, κυρίως από την ενίσχυση των εσόδων μέσω της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής και της διατηρήσιμης ανάπτυξης.
Ταυτόχρονα, στο τραπέζι βρίσκεται και η αναθεώρηση της προκαταβολής φόρου, η οποία ανέρχεται στο 80% για τα νομικά πρόσωπα και στο 55% για τους ελεύθερους επαγγελματίες. Το συγκεκριμένο μέτρο, που προεισπράττει φόρο του επόμενου έτους, θεωρείται τροχοπέδη για τη ρευστότητα των επιχειρήσεων.
Μεταξύ των προτάσεων που εξετάζονται περιλαμβάνεται η μείωσή του κάτω από το 60% ή η κλιμακωτή εφαρμογή του, ανάλογα με την πορεία του τζίρου, στα πρότυπα των έκτακτων ρυθμίσεων που είχαν εφαρμοστεί την περίοδο της πανδημίας.
Διαβάστε ακόμη:
«Φωτιά» τα ενοίκια: Το «αίτημα» για «κόφτη» και τα μέτρα που προτείνονται για τη στεγαστική κρίση
IRIS: Η «εκρηκτική» αύξηση των συναλλαγών και η μεγάλη αλλαγή στα όρια











