Γεννημένος το 1780 μέσα στο σκοτάδι μιας σπηλιάς στο Μαυρομάτι Καρδίτσας, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης κουβαλούσε από τη γέννησή του το στίγμα και τη δύναμη της αντισυμβατικότητας. Γιος της μοναχής Ζωής Ντιμισκή και του αρματολού Δημήτρη Καραΐσκου, μεγάλωσε με το παρατσούκλι «ο γιος της καλογριάς» σε μια οικογένεια Σαρακατσάνων, αφού η μητέρα του αναγκάστηκε να τον αποχωριστεί. Από εκείνη λέγεται πως κληρονόμησε το εκρηκτικό ταμπεραμέντο και το πλούσιο υβρεολόγιο που θα γινόταν το σήμα κατατεθέν του στις μάχες, στα συμβούλια και στις προσωπικές του αναμετρήσεις.
Με γλώσσα «φωτιά» απέναντι στον κατακτητή
Η αθυροστομία του Καραϊσκάκη δεν ήταν απλώς μια συνήθεια, αλλά ένα εργαλείο ψυχολογικού πολέμου και απόλυτης περιφρόνησης προς τον εχθρό. Όταν τον Ιούλιο του 1823 ο Μαχμούτ Πασάς της Σκόδρας του ζήτησε με επιστολή να υποταχθεί, προσφέροντάς του 15 ημέρες διορία, ο Ρουμελιώτης οπλαρχηγός έδωσε μια απάντηση που έμεινε στην ιστορία: «Μου γράφεις ένα μπουγιουρντί, λέγεις να προσκυνήσω. Κι εγώ, πασά μου, ρώτησα τον πούτζον μου τον ίδιον κι αυτός μου αποκρίθηκε να μην σε προσκυνήσω κι αν έρθεις κατ’ επάνω μου, ευθύς να πολεμήσω».
Η ίδια ακατάσχετη ορμή χαρακτήριζε και τις επαφές του με τους απεσταλμένους των Τούρκων, στους οποίους δεν δίσταζε να εκτοξεύσει βαριές ύβρεις κατά του Σουλτάνου και της θρησκείας τους: «Έλα, σκατότουρκε… έλα απεσταλμένε από τους γύφτους, έλα ν’ ακούσεις τα κερατά σας, γαμώ την πίστιν σας και τον Μωχαμέτη σας. Τι θαρεύσετε κερατάδες… Δεν εντρέπεσθε να ζητείτε από ημάς συνθήκην με έναν κοντζιά σκατο-Σουλτάν Μαχμούτην, να τον χέσω και αυτόν και τον Βεζίρην σας και τον Εβραίον Σιλιχτάρ Μπόδα την πουτάνα! Άμα ζήσω, θα τους γαμήσω. Άμα πεθάνω, θα μου κλάσουν τον πούτσο!». Σε άλλη περίπτωση, δείχνοντας τους άνδρες του, διαμήνυσε: «Ιδού οι Έλληνες! Αυτοί σας χέζουν και τώρα και πάντα».
Η βωμολοχία ως όπλο κατά της εσωτερικής ίντριγκας
Ο Καραϊσκάκης δεν χαριζόταν ούτε στους Έλληνες συναγωνιστές του, ειδικά όταν ένιωθε ότι η υποκρισία ή η ανικανότητα απειλούσαν τον Αγώνα. Στον Νικόλα Στορνάρη, που του ζήτησε συμφιλίωση, απάντησε με νόημα: «Γενναιότατε αδελφέ καπετάν Νικόλα, είδα όσα με γράφεις. Έχει και τουμπλέκια ο πούτσος μου, έχει και τρουμπέτες. Όποια θέλω από τα δυο θα μεταχειρισθώ…». Ακόμη και για τον Γεώργιο Κουντουριώτη, μετά την αποτυχία στο Κρεμμύδι, η κρίση του ήταν ισοπεδωτική: «Ώρε Κουντουριώτη, άκουγα και νόμιζα θα είναι γεμάτο μυαλό το κεφάλι σου. Εσύ, όμως, έχεις τόσο μυαλό, όσο εγώ έχω σπόρο στα αρχίδια μου».
Η πιο απολαυστική στιγμή του καταγράφηκε στη δίκη του το 1824 στο Αιτωλικό, όταν ο δικαστής Γαλάνης Μεγαπάνου τον επέπληξε για τις βρισιές του παρά τα πενήντα του χρόνια. Ο Καραϊσκάκης αποκρίθηκε αφοπλιστικά: «Αμ, δεν ημπορώ να το κόψω τώρα, κυρ Πάνο. Και συ, κυρ Πάνο, είσαι ογδόντα χρονών, μα το χούι δεν τ’ αφήνεις να γαμάς», προκαλώντας κύματα γέλιου στο ακροατήριο.
Από τη δημόσια σφαίρα στην ιδιωτική ζωή
Ούτε οι στενοί του άνθρωποι ξέφευγαν από τη γλώσσα του. Για τη μητέρα του έλεγε με μια δόση αυτοσαρκαστικής υπερβολής: «Τι θυμώνετε, ωρέ! Κι εγώ είμαι… είμαι ο γιος της καλογριάς. Εμένα η μάνα μου έφαγε σαράντα χιλιάδες ψωλές, ώσπου να με γεννήσει». Ακόμη και η σύζυγός του, η Γκόλφω, έλαβε μια ωμή αλλά καθησυχαστική απάντηση όταν παραπονέθηκε για τη συμπεριφορά των παλικαριών του: «Έγνοια σου μωρή, έχω και για σένα μπ…τζον… Μη μου χολιάζεις!».
Ακόμη και στις πολιτικές συνελεύσεις, όπως στην Τροιζήνα το 1827, χρησιμοποίησε τη βωμολοχία για να εκτονώσει την ένταση μεταξύ των Ρουμελιωτών. Για τον διορισμό του Γεώργιου Νάκου, σχολίασε με τον δικό του τρόπο: «Ας τελειώνουμε εδώ τη δουλειά μας και τότε να ιδώ πού θα μου πάη ο κερατάς. Και στο μουνί της πουτάνας της γυναίκας του να κρυφτή, θα βάλω τον μπούτζον του Μεταξά να τον ξετρυπώσει!».
Η τελευταία κουβέντα μπροστά στο τέλος
Ο θάνατος βρήκε τον Καραϊσκάκη στο Φάληρο τον Απρίλιο του 1827, σε μια στιγμή που το εμφυλιοπολεμικό κλίμα σκίαζε την Επανάσταση. Τραυματισμένος θανάσιμα στο υπογάστριο από μια σφαίρα που πολλοί πίστεψαν ότι προήλθε από ελληνικό χέρι, ο αρχιστράτηγος δεν έχασε το πνεύμα του ούτε στο κατώφλι του άλλου κόσμου. Όταν οι σύντροφοί του τον ρώτησαν ποιος τον χτύπησε, εκείνος άφησε την τελευταία του πολιτική και προσωπική παρακαταθήκη: «Ξέρω ποιος το ’κανε. Ας ζήσω και θα μου κλάσει τον μπούτσον». Ήταν η τελευταία πράξη ενός ανθρώπου που έζησε, πολέμησε και πέθανε με τους δικούς του, αδιαπραγμάτευτους όρους.
Διαβάστε επίσης:
Σαν σήμερα η παραλαβή του Νόμπελ από τον Σεφέρη – Η συγκλονιστική ομιλία του
Ιστορικό αφιέρωμα στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας (βίντεο)
Μενέλαος Λουντέμης: Η λογοτεχνία ως μαρτυρία και ως αντίσταση (βίντεο)











