Ο Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν δεν υπήρξε απλώς ένας λογοτέχνης· υπήρξε το «φαινόμενο του ρωσικού πνεύματος», όπως τον χαρακτήρισε ο Νικολάι Γκόγκολ, μια προσωπικότητα που οριοθέτησε τη σύγχρονη ρωσική γραμματεία και έδωσε φωνή στην ταυτότητα ενός λαού. Ποιητής, δραματουργός και πεζογράφος, κατάφερε να απομακρυνθεί από τον ευρωπαϊκό ρομαντισμό του Λόρδου Βύρωνα για να ανακαλύψει την αληθινή ουσία της ρωσικής φύσης. Η επίδρασή του υπήρξε καταλυτική, θέτοντας τα θεμέλια πάνω στα οποία πάτησαν αργότερα γίγαντες όπως ο Τολστόι, ο Ντοστογιέφσκι και ο Τουργκένιεφ.
Οι ρίζες της ιδιοφυΐας και οι φλόγες του λυκείου
Γεννημένος στη Μόσχα το 1799, ο Πούσκιν έφερε μέσα του μια μοναδική γενεαλογική σύνθεση: από την πλευρά του πατέρα του καταγόταν από παλαιά οικογένεια βογιάρων, ενώ από την πλευρά της μητέρας του ήταν εγγονός του Αμπράμ Χάνιμπαλ, ενός Αιθίοπα ευγενούς που υιοθετήθηκε από τον Μέγα Πέτρο. Παρά την παραμέληση από τους γονείς του, ο νεαρός Αλεξάντρ βρήκε καταφύγιο στα λαϊκά παραμύθια της τροφού του και στη γαλλική βιβλιοθήκη του πατέρα του.
Η φοίτησή του στο Αυτοκρατορικό Λύκειο του Τσάρσκογε Σελό το 1811 υπήρξε καθοριστική. Εκεί, σε ένα περιβάλλον ποτισμένο από τις ιδέες του Διαφωτισμού, ο Πούσκιν άρχισε να πλάθει τον ποιητικό του λόγο. Ήταν τα χρόνια της αθωότητας και της δημιουργικής έξαρσης, όπου γεννήθηκε το «Ρουσλάνος και Λουντμίλα», ένα έργο που συνδύαζε τη λαϊκή παράδοση με την υψηλή ποίηση, προμηνύοντας την ανάδυση ενός λογοτεχνικού ηγεμόνα.
Η εξορία ως μούσα και η παρέμβαση του Καποδίστρια
Η σταδιοδρομία του στο Υπουργείο Εξωτερικών μετά το 1817 συνδυάστηκε με μια έντονη πολιτική δράση. Τα φιλελεύθερα ποιήματά του εξόργισαν τον Τσάρο Αλέξανδρο Α΄, ο οποίος ετοίμαζε για τον ποιητή μια εφιαλτική εξορία στη Σιβηρία. Την πλάστιγγα υπέρ της σωτηρίας του έγειρε μια εμβληματική μορφή της ελληνικής και ρωσικής ιστορίας: ο Ιωάννης Καποδίστριας. Ως προϊστάμενός του, ο Καποδίστριας πέτυχε τη μετάθεση του Πούσκιν στη Νότια Ρωσία αντί για τον παγωμένο Βορρά, μια κίνηση που αποδείχθηκε σωτήρια όχι μόνο για τον ίδιο τον ποιητή αλλά και για τα γράμματα παγκοσμίως.
Στη Νότια Ρωσία και την Κριμαία, ο Πούσκιν εμπνεύστηκε από τον Καύκασο και άρχισε να γράφει το έμμετρο μυθιστόρημα «Ευγένιος Ονέγκιν», το αριστούργημά του. Εκεί ήρθε σε επαφή και με την Ελληνική Επανάσταση. Αν και αρχικά υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής του Αλέξανδρου Υψηλάντη, αργότερα πέρασε από περιόδους απογοήτευσης, χωρίς όμως ποτέ να πάψει να θεωρεί τον εαυτό του φιλέλληνα, υπερασπιζόμενος το όραμα ενός λαού που αναγεννιόταν από τις στάχτες του.
Η επιστροφή στην πρωτεύουσα και η σκιά της λογοκρισίας
Μετά την άνοδο του Νικολάου Α΄ στον θρόνο και την καταστολή της Εξέγερσης των Δεκεμβριστών, ο Πούσκιν επέστρεψε στη Μόσχα το 1826. Ωστόσο, η ελευθερία του ήταν πλασματική. Ο ίδιος ο Τσάρος ανέλαβε τον ρόλο του προσωπικού του λογοκριτή, μια σχέση που κατέστησε το έργο του αντικείμενο συνεχούς ελέγχου και παρακολούθησης. Παρά τις δυσκολίες, αυτή την περίοδο ολοκλήρωσε τον «Μπόρις Γκοντούνοφ», μια ιστορική τραγωδία που αναδείκνυε τη σχέση της εξουσίας με τις λαϊκές μάζες, και αργότερα την «Κόρη του Λοχαγού».
Η προσωπική του ζωή ήταν εξίσου θυελλώδης. Το 1831 παντρεύτηκε την πανέμορφη Ναταλία Γκοντσάροβα, μια κίνηση που τον εισήγαγε στους κύκλους της υψηλής αριστοκρατίας της Πετρούπολης, αλλά ταυτόχρονα τον βύθισε σε χρέη και κοινωνικές υποχρεώσεις που κατέπνιγαν το δημιουργικό του πνεύμα. Ο ώριμος Πούσκιν ένιωθε πλέον απομονωμένος, με τους κριτικούς να θεωρούν τα νέα του έργα σημάδια παρακμής, αδυνατώντας να συλλάβουν το βάθος της εξέλιξής του.
Η μονομαχία
Το τέλος γράφτηκε με τον πιο τραγικό και συνάμα ρομαντικό τρόπο. Η παρουσία του Γάλλου αξιωματικού Ζορζ Ντ’ Αντές και οι επίμονες ερωτοτροπίες του προς τη Ναταλία προκάλεσαν καταιγίδα ανώνυμων επιστολών που εξευτέλιζαν τον ποιητή. Ο Πούσκιν, άνθρωπος της τιμής και του πάθους, δεν μπόρεσε να ανεχθεί τον ρόλο του «απατημένου συζύγου» στα σαλόνια της πρωτεύουσας. Προκάλεσε τον Ντ’ Αντές σε μονομαχία, η οποία έλαβε χώρα στις 27 Ιανουαρίου 1837.
Ο τραυματισμός του στην κοιλιακή χώρα αποδείχθηκε μοιραίος. Μετά από δύο ημέρες βασανιστικών πόνων, ο μεγαλύτερος ποιητής της Ρωσίας εξέπνευσε στο γραφείο του, ανάμεσα στα βιβλία του και τους φίλους του, σε ηλικία μόλις 37 ετών. Ο θάνατός του συγκλόνισε τη ρωσική κοινωνία, σηματοδοτώντας το τέλος μιας εποχής. Άφησε πίσω του μια τεράστια κληρονομιά 800 ποιημάτων και δοκιμίων, αλλά κυρίως άφησε μια γλώσσα ζωντανή, ικανή να περιγράψει κάθε πτυχή της ανθρώπινης ύπαρξης, από το μεγαλείο της αυτοκρατορίας έως την απλότητα του χωρικού στη στέπα.
Διαβάστε επίσης:
Στην ομίχλη της Ιστορίας: Το βλέμμα του Θόδωρου Αγγελόπουλου
Φεντερίκο Φελίνι: Ο ποιητής του ονείρου και της μνήμης
Γιώργος Ζαμπέτας: Ο αρχιτέκτονας της λαϊκής πενιάς και το ήθος μιας ολόκληρης εποχής (βίντεο)











