Σε κρίσιμο επίπεδο έχουν υποχωρήσει τα διαθέσιμα αποθέματα αίματος στη χώρα, προκαλώντας σοβαρές δυσκολίες στη φροντίδα ασθενών που εξαρτώνται από συστηματικές μεταγγίσεις. Περισσότερα από 1.000 άτομα που πάσχουν από Μεσογειακή αναιμία ή Δρεπανοκυτταρική νόσο λαμβάνουν μικρότερες ποσότητες αίματος από τις απαιτούμενες, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο επιπλοκών.
Η Ελληνική Ομοσπονδία Θαλασσαιμίας επισημαίνει ότι τα αποθέματα βρίσκονται σε οριακά επίπεδα, ενώ σε μεγάλα νοσοκομεία καταγράφονται αναβολές μεταγγίσεων ή χορήγηση μειωμένων μονάδων αίματος.
Προβλήματα σε μεγάλα νοσοκομεία και μετακινήσεις ασθενών
Η βιοπαθολόγος και μέλος του Δ.Σ. του Εθνικού Κέντρου Αιμοδοσίας, Βάνα Μυρίλλα, δήλωσε: «Στο Νοσοκομείο Παίδων «Αγία Σοφία» 700 τακτικά πολυμεταγγιζόμενα άτομα στις δυο κλινικές μεταγγίσεων. Λόγω των ελλείψεων σε αίμα κυρίως τα αρνητικά ρέζους (0 Α, Β) αναγκάζονται κάθε εβδομάδα να έρχονται άνθρωποι από τα νησιά, όπως η Λήμνος και η Νάξος κάθε εβδομάδα. Αντιλαμβάνεστε την ταλαιπωρία τους».
Στο Λαϊκό Νοσοκομείο περίπου 40 ασθενείς βρίσκονται σε αναμονή μεταγγίσεων χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα εξυπηρέτησης, ενώ στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ρίου καταγράφονται καθυστερήσεις για 55 ακόμη άτομα. Οι καθυστερήσεις αυτές επηρεάζουν άμεσα την πορεία της θεραπείας και τη γενικότερη υγεία των ασθενών.
Οι λόγοι που οδήγησαν στη μείωση αποθεμάτων
Παρά την αύξηση των συλλεγόμενων μονάδων αίματος σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, η έξαρση της γρίπης, του Covid-19 και άλλων ιώσεων, σε συνδυασμό με την κακοκαιρία, έχει περιορίσει σημαντικά τη συμμετοχή εθελοντών αιμοδοτών.
Όπως ανέφερε η κ. Μυρίλλα: «Οι ελλείψεις αίματος δεν αποτελούν συγκυριακό φαινόμενο, συνδέονται τόσο με εποχικούς παράγοντες, όπως ιώσεις, κακοκαιρία, άδειες προσωπικού και μειωμένη προσέλευση αιμοδοτών, όσο και με τη διαχρονική απουσία ενός ολοκληρωμένου εθνικού σχεδιασμού για την Αιμοδοσία».
Ιδιαίτερα δύσκολες περίοδοι για την αιμοδοσία θεωρούνται οι μήνες Δεκέμβριος, Ιανουάριος, το Πάσχα και ο Αύγουστος, όταν μειώνεται η συμμετοχή εθελοντών.
Η ίδια πρόσθεσε: «Για τους λόγους αυτούς πρέπει να υπάρχει μια διαρκής ενημερωτική καμπανιά για την αιμοδοσία όπως γίνεται με τις μεταμοσχεύσεις. Επιπλέον θα βοηθούσε εάν έμπαινε ως μάθημα στα σχολεία, ώστε να δημιουργηθούν οι επόμενες γενιές εθελοντών αιμοδοτών».
Αυξημένες ανάγκες λόγω μεταμοσχεύσεων
Η ενίσχυση του αριθμού μεταμοσχεύσεων στη χώρα αύξησε παράλληλα και τη ζήτηση για αίμα, χωρίς όμως να ενισχυθεί ανάλογα η δεξαμενή των αιμοδοτών.
Η κ. Μυρίλλα σημείωσε: «Θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι για κάθε μεταμόσχευση απαιτούνται από 10 έως και 40 μονάδες αίματος όπως για παράδειγμα η μεταμόσχευση καρδιάς ή ήπαρ. Εάν δεν υπάρχουν αιμοδότες θα υπάρχει μεγάλο πρόβλημα και στις μεταμοσχεύσεις» και συμπλήρωσε: «Σήμερα έχουμε 432.000 αιμοδότες, ωστόσο δεν γνωρίζουμε πόσοι από αυτούς είναι τακτικοί. Συνήθως δίνουν οι συγγενείς όσων ασθενών χρειάζονται αίμα, γι΄αυτό χρειαζόμαστε ένα κεντρικό πρόγραμμα αιμοδοσιών που θα δίνεις έμφασή στις δύσκολες εποχές ώστε να μην υπάρχουν ελλείψεις».
Οι ειδικοί εκτιμούν ότι η χρήση προστατευτικών μέτρων, όπως μάσκες σε χώρους συνάθροισης, θα μπορούσε να περιορίσει την εξάπλωση των ιώσεων που επηρεάζουν τη διαθεσιμότητα αιμοδοτών.
Έκκληση για άμεσα μέτρα και ενίσχυση αιμοδοσίας
Στη χώρα ζουν περίπου 2.700 άτομα με Μεσογειακή αναιμία και Δρεπανοκυτταρική νόσο, εκ των οποίων 1.500 στην Αττική. Οι ανάγκες τους υπολογίζονται σε 110.000 έως 120.000 μονάδες αίματος ετησίως.
Η Ελληνική Ομοσπονδία Θαλασσαιμίας ζητά την υλοποίηση εθνικής στρατηγικής για την αιμοδοσία, την πλήρη εφαρμογή κεντρικής διαχείρισης αποθεμάτων αίματος και την ενίσχυση των δράσεων προσέλκυσης εθελοντών.
Παράλληλα απευθύνει έκκληση στους πολίτες να συμμετάσχουν ενεργά στην αιμοδοσία, τονίζοντας ότι κάθε μονάδα αίματος μπορεί να σώσει έως τρεις ζωές.
Διαβάστε επίσης:
Λάθος μετάγγιση αίματος σε ασθενή ιδιωτικής κλινικής – Tρεις συλλήψεις










