Αν μια κυβέρνηση αναζητά εύκολα χειροκροτήματα, σπάνια πηγαίνει εκεί που πονά πραγματικά η κοινωνία. Δεν ανοίγει το μέτωπο της ακρίβειας, δεν συγκρούεται με τα καρτέλ, δεν βάζει τάξη στην αγορά κατοικίας, δεν σηκώνει βάρος από μισθούς και υπηρεσίες που στενάζουν. Διαλέγει κάτι πιο γρήγορο, πιο θεαματικό και κυρίως πιο ασφαλές πολιτικά, μια επίδειξη «τάξης και ασφάλειας», λίγη ηθική πανικού και έναν βολικό στόχο. Στην προκειμένη, ο στόχος βαφτίζεται «παράνομος λατρευτικός χώρος». Ο Θάνος Πλεύρης προαναγγέλλει σκλήρυνση του πλαισίου, συνδέοντας τη λειτουργία αδειοδοτημένων ή αδήλωτων χώρων λατρείας με ανάκληση άδειας διαμονής και απελάσεις. Η κίνηση παρουσιάζεται ως αυτονόητη εφαρμογή του νόμου. Όμως ο τρόπος που «δένεται» το αφήγημα είναι πιο αποκαλυπτικός από το ίδιο το μέτρο, έρχεται μια πρώτη υπόθεση, ένας υπήκοος Μπανγκλαντές, μια αναφορά σε «παράνομο τζαμί» στον Άγιο Νικόλαο Πατησίων, και ξαφνικά ένα ζήτημα διοικητικό μετατρέπεται σε πολιτικό σύμβολο.
Εδώ βρίσκεται και το κρίσιμο. Γιατί να μετατραπεί κάτι που κανονικά αφορά αδειοδοτήσεις, χρήση χώρων και κανόνες λειτουργίας σε εργαλείο απέλασης; Γιατί να ενταχθεί η θρησκευτική πρακτική, ειδικά των μουσουλμανικών κοινοτήτων, στο λεξιλόγιο της «δημόσιας τάξης»; Διότι έτσι αλλάζει η κλίμακα της συζήτησης. Δεν μιλάμε πια για παρατυπία που αντιμετωπίζεται με αναλογικά, προβλέψιμα διοικητικά μέσα. Μιλάμε για μια «απειλή» που απαιτεί παραδειγματική τιμωρία. Και όταν η πολιτεία επιλέγει την παραδειγματική τιμωρία ως πρώτο αντανακλαστικό, ο κίνδυνος είναι σαφής: αντί να κυνηγάς την παρανομία, να νομιμοποιείς τη στοχοποίηση.
Η ρητορική είναι γνώριμη και δουλεμένη χρόνια. «Νόμιμοι» και «παράνομοι» σαν ταμπέλες, «πόρτες» που κλείνουν, «φράχτες» που μεγαλώνουν, μηνύματα προς τα μέσα και προς τα έξω ότι το κράτος σκληραίνει. Πολιτικά αυτό μεταφράζεται σε κάτι απλό, αντί για λύσεις, βρίσκουν σήματα. Αντί για κοινωνική πολιτική, θέτουν αστυνομικό πλαίσιο. Αντί για διοίκηση, επίδειξη. Η αυστηρότητα γίνεται υποκατάστατο αποτελεσματικότητας, ακριβώς επειδή δεν απαιτεί να πειράξεις τίποτα από τις πραγματικές αιτίες που γεννούν ανασφάλεια.
Σε μια περίοδο που τα νοικοκυριά πιέζονται από τιμές, ενοίκια και επισφάλεια, η κυβέρνηση επενδύει σε ατζέντα που παράγει γρήγορα πρωτοσέλιδα και ακόμη πιο γρήγορες διαιρέσεις. Δεν είναι ότι δεν υπάρχουν άλλα προβλήματα. Είναι ότι αυτά τα προβλήματα είναι δύσκολα και συγκρουσιακά. Ενώ ο αποδιοπομπαίος τράγος είναι πολιτικά «βολικός», οργανώνει τον θυμό προς τα κάτω, μετακινεί τη συζήτηση από την πολιτική οικονομία στην ταυτότητα, από τις ανισότητες στην «απειλή», από τις ευθύνες στη στοχοποίηση.
Το πιο επικίνδυνο όμως είναι το προηγούμενο που χτίζεται, η άδεια διαμονής ως εργαλείο πειθαρχίας, που μπορεί να κόβεται όχι μόνο για βαριά ποινικά αδικήματα αλλά και για υποθέσεις που, ανάλογα με το κλίμα, βαφτίζονται «δημόσιος κίνδυνος». Σήμερα είναι ο λατρευτικός χώρος. Αύριο μπορεί να είναι η «συνάθροιση», η «διευκόλυνση», η «φιλοξενία». Όσο θολώνει η γραμμή ανάμεσα στη νομιμότητα και στην πολιτική σκοπιμότητα, τόσο μεγαλώνει ο χώρος για αυθαιρεσία και τόσο μικραίνει ο χώρος για δικαιώματα.
Στο τέλος της ημέρας, αυτό που μένει είναι ένα μάθημα προς την κοινωνία, ότι τα σύνθετα προβλήματα εξηγούνται εύκολα αν βρεις «τους άλλους». Ότι η ανασφάλεια λύνεται με απελάσεις. Ότι η πολιτική είναι πρωτίστως διαχείριση συμβόλων κι όταν μια κυβέρνηση επενδύει συστηματικά σε αυτό, δεν «συμμαζεύει» το κράτος. Συμμαζεύει τη δημόσια συνείδηση γύρω από μια ακροδεξιά κανονικότητα, όπου η στοχοποίηση παρουσιάζεται ως κανονιστική τάξη και η τιμωρία ως κοινή λογική.
Διαβάστε επίσης:
Πλεύρης: Θα στέλνουμε τους μετανάστες στην Αφρική! (βίντεο)
Μεταναστευτικό: Η κυβέρνηση επιχειρεί να βαπτίσει την αλληλεγγύη, έγκλημα











