Η κλιματική αλλαγή δεν αποτελεί πλέον μια μελλοντική απειλή, αλλά μια σκληρή πραγματικότητα που αναδιαμορφώνει τον παγκόσμιο χάρτη της μετανάστευσης. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης, περισσότερα από 218 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν ήδη αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τις εστίες τους λόγω ακραίων φαινομένων, ωστόσο η διεθνής κοινότητα παραμένει δέσμια ενός παρωχημένου νομικού πλαισίου. Παρά τη μαζικότητα του φαινομένου, ο όρος «κλιματικός πρόσφυγας» στερείται επίσημης αναγνώρισης, αφήνοντας εκατομμύρια ευάλωτα άτομα σε ένα νομικό κενό, χωρίς πρόσβαση σε βασικά ανθρώπινα δικαιώματα.
Το νομικό τείχος της Σύμβασης της Γενεύης
Το θεμέλιο του προσφυγικού δικαίου, η Σύμβαση του 1951, σχεδιάστηκε για να προστατεύει θύματα δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας ή πολιτικών πεποιθήσεων. Σήμερα, αυτό το πλαίσιο αποδεικνύεται ανεπαρκές, καθώς η κλιματική κρίση δεν διαθέτει έναν «ανθρώπινο διώκτη» με τη συμβατική έννοια. Η δυσκολία απόδειξης ενός άμεσου αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της περιβαλλοντικής καταστροφής και της ατομικής δίωξης καθιστά την υπαγωγή των κλιματικών προσφύγων στο καθεστώς του πρόσφυγα σχεδόν αδύνατη. Την ίδια στιγμή, η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ εμφανίζεται διστακτική σε μια διεύρυνση της Σύμβασης, φοβούμενη ότι κάτι τέτοιο θα αποδυνάμωνε την προστασία των ήδη αναγνωρισμένων κατηγοριών προσφύγων.
Η «Συμπληρωματική Προστασία» ως σανίδα σωτηρίας
Μπροστά σε αυτό το αδιέξοδο, η Ευρωπαϊκή Ένωση και το διεθνές δίκαιο στρέφονται προς την έννοια της «συμπληρωματικής προστασίας». Μέσω της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ανοίγει ένα παράθυρο ελπίδας για όσους δεν πληρούν τα αυστηρά κριτήρια της Γενεύης, αλλά αντιμετωπίζουν «πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης» σε περίπτωση επιστροφής. Η νομική επιστήμη υποστηρίζει πλέον ότι οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής —όπως η έλλειψη τροφής και νερού ή η βύθιση ολόκληρων περιοχών— μπορούν να εξισωθούν με «απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση», ενεργοποιώντας την υποχρέωση των κρατών να μην απελαύνουν τους πληγέντες.
Νομολογιακά ρήγματα και η υπόθεση Teitiota
Η υπόθεση Teitiota ενώπιον του ΟΗΕ αποτέλεσε ορόσημο, καθώς αναγνωρίστηκε ότι η άνοδος της στάθμης της θάλασσας μπορεί να παραβιάσει το δικαίωμα στη ζωή. Παρόλο που τα εθνικά δικαστήρια, όπως αυτά της Νέας Ζηλανδίας, συχνά απαιτούν έναν συγκεκριμένο «ανθρώπινο δρώντα» για να αναγνωρίσουν δίωξη, η διεθνής τάση μετατοπίζεται από την αιτία της βλάβης στο ίδιο το αποτέλεσμα. Αν μια περιβαλλοντική καταστροφή στερεί από τον άνθρωπο την αξιοπρεπή διαβίωση και του προκαλεί «κλιματικό άγχος» ή ανημπόρια, τότε η προστασία του καθίσταται ηθική και νομική επιταγή.
Από το Μπαγκλαντές στο Κιριμπάτι: Ηθική ευθύνη και δράση
Παραδείγματα όπως το Μπαγκλαντές, όπου η έλλειψη νομικού πλαισίου αφήνει τους εσωτερικά εκτοπισμένους χωρίς στέγαση και υγεία, αναδεικνύουν το μέγεθος της κρίσης. Στον αντίποδα, οι προτάσεις για «ανθρωπιστική βίζα» σε νησιωτικά κράτη όπως το Κιριμπάτι και το Τουβαλού δείχνουν τον δρόμο για μια δίκαιη κατανομή των ευθυνών. Οι χώρες με υψηλές εκπομπές ρύπων φέρουν την ιστορική ευθύνη να υποστηρίξουν εκείνες που πλήττονται περισσότερο. Η αναγνώριση των κλιματικών προσφύγων δεν είναι απλώς μια νομική αναγκαιότητα, αλλά μια δέσμευση στην ίδια την ανθρωπότητα και τη συλλογική μας επιβίωση σε έναν πλανήτη που αλλάζει δραματικά.
Διαβάστε επίσης:
Υπόθεση Έπσταϊν: Μια συνωμοσία της παγκόσμιας ολιγαρχίας
Ο αέρας που πνίγει τις ελληνικές πόλεις και η κλιματική κρίση











