Στην πινακοθήκη των ελληνικών γραμμάτων, ο Νίκος Καββαδίας κατέχει μια θέση ιδιότυπη, σχεδόν παράδοξη. Συχνά ταξινομημένος στους «ελάσσονες» δημιουργούς της Γενιάς του ’30, κατάφερε ωστόσο να διεισδύσει στο λαϊκό υποσυνείδητο με μια ορμή που λίγοι «μείζονες» πέτυχαν. Η δημοφιλία του, που εκτινάχθηκε μέσα από τη μελοποίηση του Θάνου Μικρούτσικου και άλλων σπουδαίων συνθετών, δεν είναι μια απλή σύμπτωση της μουσικής βιομηχανίας. Είναι το αποτέλεσμα μιας ποίησης που, ενώ μοιάζει αγκυροβολημένη στη ναυτική ζωή, κατορθώνει να μετατρέψει το το ταξίδι σε μακρινούς ορίζοντες σε μια παγκόσμια μεταφορά για την ανθρώπινη υπαρξιακή αγωνία, τη φυγή και τον εξωτισμό.
Η γεωγραφία των πρώτων χρόνων
Η ζωή του Καββαδία υπήρξε, εξαρχής, μια άσκηση στον κοσμοπολιτισμό. Γεννημένος στις 11 Ιανουαρίου 1910 στο Χαρμπίν της Μαντζουρίας, από πατέρα με ρωσική υπηκοότητα και μητέρα Κεφαλονίτισσα, μεγάλωσε ανάμεσα σε διαφορετικές γλώσσες και κουλτούρες προτού η οικογένειά του επιστρέψει στο πατρογονικό νησί και αργότερα στον Πειραιά. Η μοίρα του σφραγίστηκε το 1928, όταν ο θάνατος του πατέρα του ακύρωσε τα σχέδιά του για την Ιατρική Σχολή. Το 1929 μπαρκάρει για πρώτη φορά ως ναύτης, ξεκινώντας μια διαδρομή που θα τον μετέτρεπε στον κατεξοχήν «ποιητή των γαλάζιων πόντων». Το 1933, εκδίδει με δικά του έξοδα το «Μαραμπού», μια συλλογή που εισήγαγε μια ιδιάζουσα φωνή, γεμάτη πορτρέτα ναυτικών και πορνών, δοσμένα με μια ωμότητα που κλόνιζε τις παραδοσιακές συμβάσεις της εποχής.
Από το Μαραμπού στο Πούσι
Αν το «Μαραμπού» χαρακτηριζόταν από μια στρωτή, σχεδόν κλασική αφήγηση, η συνέχεια της πορείας του Καββαδία —ειδικά μετά την απόκτηση του διπλώματος ασυρματιστή το 1939 και τη θητεία του στο αλβανικό μέτωπο— δείχνει μια ριζική στροφή προς τη νεωτερικότητα. Στη συλλογή «Πούσι» (1947), ο λόγος πυκνώνει και κατακερματίζεται. Ο παραδοσιακός χρόνος καταργείται, δίνοντας τη θέση του σε άλματα μνήμης και φαντασίας. Εδώ, η θάλασσα δεν είναι απλώς το σκηνικό, αλλά μια «Γυναίκα» που χορεύει πάνω στο φτερό του καρχαρία. Η γλώσσα του μπολιάζεται με ναυτικούς όρους και ξένα τοπωνύμια —Μανδράς, Σιγγαπούρ, Αλγέρι— που λειτουργούν ως μετωνυμίες της περιπέτειας. Αυτή η μείξη του οικείου με το ανοίκειο δημιουργεί μια περιοχή «σκοτεινότητας» που θέλγει τον αναγνώστη, οδηγώντας τον πέρα από το βιογραφικό γεγονός, σε μια καθαρή ποιητική φυγή.
Το χρώμα της σινικής μελάνης
Ενώ άλλοι ποιητές της γενιάς του, όπως ο Ελύτης, ύμνησαν το απαστράπτον Αιγαίο και το φως του, ο Καββαδίας επέλεξε το χρώμα της σινικής μελάνης και το «κέντημα» του τατουάζ στο στήθος. Η δική του θάλασσα είναι προϊόν μόχθου και υγρής μοναξιάς. Η τεχνική του είναι μοναδική: οι ομοιοκαταληξίες του, ειδικά στο «Πούσι» και στο «Τραβέρσο», είναι σχεδόν «ιδιόκτητες», με ηχητικές συζεύξεις (όπως whisky-πυργίσκοι ή καβίλλια-μίλια) που δεν συναντώνται σε κανέναν άλλον Έλληνα ποιητή. Αυτή η δεξιοτεχνία, σε συνδυασμό με την ειρωνεία που συχνά στρέφει προς τον ίδιο του τον εαυτό, προσδίδει στο έργο του μια αίσθηση «χειροποίητου», όπου κάθε στίχος είναι αποτέλεσμα σκληρής επεξεργασίας, ακόμη και όταν ηχεί απλός.
Η Βάρδια
Το μοναδικό πεζό του έργο, η «Βάρδια» (1954), αποτελεί το απόσταγμα του μυθικού του κόσμου, ένα κράμα μυθιστορήματος, αυτοβιογραφίας και ποίησης. Ο Καββαδίας ταξίδεψε αδιάκοπα μέχρι το 1974, επιστρέφοντας από το τελευταίο του μπάρκο λίγους μήνες πριν από τον θάνατό του, τον Φεβρουάριο του 1975. Δεν πρόλαβε να δει τυπωμένο το «Τραβέρσο», τη συλλογή όπου οι γυναίκες των λιμανιών μεταμορφώνονται από «αισχρές» σε ονειρικές μορφές, όπως η βιβλική Ρουθ ή η θολή Φάτα Μοργκάνα.
Η μουσική διάσταση και η λαϊκή αποδοχή
Η μελοποίηση του έργου του -παρά την ρητή του άρνηση- υπήρξε ο καταλύτης που μετέφερε τον Καββαδία από τα ράφια των βιβλιοπωλείων στα χείλη κάθε στεκιού και παρέας. Η επιτυχία δίσκων όπως ο «Σταυρός του Νότου», που ξεπέρασε το ένα εκατομμύριο αντίτυπα, απέδειξε ότι ο «ασύρματος» λόγος του ποιητή είχε την ικανότητα να συντονίζεται με το παγκόσμιο αίσθημα της αναζήτησης. Σήμερα, ο Καββαδίας παραμένει επίκαιρος ακριβώς επειδή η γεωγραφία του, αν και παραλιακή, χαρτογραφεί την εσωτερική ανάγκη του ανθρώπου να υπερβεί τα όρια του γνωστού κόσμου. Παραμένει ο «ιδανικός εραστής» μιας θάλασσας που δεν τελειώνει στον ορίζοντα, αλλά συνεχίζεται μέσα μας.
Σπάνια ηχογράφηση:
Γυναίκα
Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.
Από παιδί βιαζόμουνα μα τώρα πάω καλιά μου.
Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει.
Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου,
για μια στιγμή αν με λύγισε σήμερα δε με ορίζει.
Το μετζαρόλι ράγισε και το τεσσαροχάλι.
Την τάβλα πάρε, τζόβενο, να ξαναπάμε αρόδο.
Ποιος σκύλας γιος μας μούτζωσε κι έχουμε τέτοιο χάλι,
που γέροι και μικρά παιδιά μας πήραν στο κορόιδο;
Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι.
Γιομάτη φύκια και ροδάνθη αμφίβια Μοίρα.
Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι,
πρώτη φορά σε μια σπηλιά στην Αλταμίρα
Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει.
Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ πού μ’ είδες;
Στην άμμο πάνω σ’ είχα ανάστροφα ζαβώσει
τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες
Το τείχος περπατήσαμε μαζί το Σινικό.
Κοντά σου ναύτες απ’ την Ουρ πρωτόσκαρο εβιδώναν.
Ανάμεσα σε ολόγυμνα σπαθιά στο Γρανικό
έχυνες λάδι στις βαθιές πληγές του Μακεδόνα.
Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις, Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα
Διαβάστε επίσης:
Σαν σήμερα η παραλαβή του Νόμπελ από τον Σεφέρη – Η συγκλονιστική ομιλία του
Διονύσιος Σολωμός: Βίος, γλώσσα και ηθική της νεοελληνικής ποίησης
Στην ομίχλη της Ιστορίας: Το βλέμμα του Θόδωρου Αγγελόπουλου









