Η 13η Φεβρουαρίου του 1970 έχει καταγραφεί στη συλλογική συνείδηση των φίλων της μουσικής ως η στιγμή που ο κόσμος ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με το heavy metal. Εκείνη την ημέρα, οι Black Sabbath παρουσίασαν το ομώνυμο ντεμπούτο τους, ένα έργο που ηχογραφήθηκε μέσα σε μόλις 24 ώρες με πενιχρά μέσα και κατάφερε να αποτυπώσει το ζοφερό βιομηχανικό τοπίο του Μπέρμιγχαμ. Οι Ozzy Osbourne, Tony Iommi, Geezer Butler και Bill Ward δημιούργησαν έναν ήχο ωμό και απόκοσμο, που έμοιαζε να αποστρέφεται την αισιοδοξία της ψυχεδέλειας και την ανάλαφρη πλευρά των blues. Παρότι η κριτική της εποχής στάθηκε αρχικά εχθρική, το κοινό αναγνώρισε κάτι πρωτόγνωρο σε αυτή τη μουσική, οδηγώντας τον δίσκο στις υψηλότερες θέσεις των charts και θέτοντας τις βάσεις για μια ολόκληρη κουλτούρα. Ωστόσο, η θεώρηση αυτής της ημερομηνίας ως απόλυτης αφετηρίας αποτελεί έναν βολικό ιστορικό μύθο που παραβλέπει τις προγενέστερες ηχητικές ζυμώσεις.
Οι δαιμονικές ρίζες του Δέλτα και η κληρονομιά των Blues
Για να κατανοήσει κανείς το γενετικό υλικό του μεταλλικού ήχου, οφείλει να στρέψει το βλέμμα του μακριά από τη βρετανική εργατική τάξη των late ’60s και να αναζητήσει τις ρίζες του στον αμερικανικό Νότο και τα Blues. Η «βαριά» αίσθηση της μουσικής δεν ξεκίνησε με τον ηλεκτρισμό, αλλά με το πάθος και την απόγνωση καλλιτεχνών όπως ο Robert Johnson. Η θρυλική φιγούρα του Johnson, που σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση πούλησε την ψυχή του στον διάολο για να κατακτήσει την τεχνική του, εισήγαγε μια σκοτεινή θεματολογία και μια ένταση που αποτελούν τον πυρήνα του heavy metal. Αυτή η «δαιμονική» ενέργεια και ο τρόπος που τα Blues προσέγγιζαν τον πόνο και την υπαρξιακή αγωνία, αποτέλεσαν το πρώτο, ανόθευτο δείγμα μιας μουσικής που προοριζόταν να σοκάρει και να προκαλέσει.
Η ηλεκτρική μετάλλαξη και οι πρωτοπόροι της έντασης
Πριν οι Black Sabbath ορίσουν το είδος με τους βαριούς τους ρυθμούς, άλλοι καλλιτέχνες είχαν ήδη αρχίσει να πειραματίζονται με τα όρια της έντασης και της παραμόρφωσης. Οι Led Zeppelin, λειτουργώντας ως οι άμεσοι κληρονόμοι των Blues, πήραν τις παραδοσιακές δομές και τις μεταμόρφωσαν σε κάτι πιο ογκώδες και επιθετικό, προσδίδοντας στη μουσική μια νέα, μοναδική χροιά. Ταυτόχρονα, η σκηνή των τελών της δεκαετίας του ’60 έβραζε από παραδείγματα που προμήνυαν την έλευση του μέταλ. Η διασκευή των Blue Cheer στο “Summertime Blues” με την ακραία παραμόρφωση, η ωμή ενέργεια των Stooges στο “I Wanna Be Your Dog” και η ψυχεδελική σκοτεινιά των Open Mind στο “Magic Potion”, αποδεικνύουν ότι το ηχητικό οικοδόμημα χτιζόταν σταδιακά επί χρόνια.
Η αποκρυστάλλωση ενός νέου μουσικού λεξιλογίου
Αν και οι Black Sabbath και αργότερα οι Judas Priest ήταν εκείνοι που έδωσαν στο heavy metal τον οριστικό του χαρακτήρα και την αισθητική του ταυτότητα, η διαδικασία ήταν μια σκυταλοδρομία παρά μια στιγμιαία έκρηξη. Η 13η Φεβρουαρίου 1970 δεν είναι η ημέρα που γεννήθηκε το είδος από το μηδέν, αλλά η στιγμή που το ήδη υπάρχον πρωτο-μέταλ ρεύμα απέκτησε όνομα, μορφή και μια αδιαμφισβήτητη έδρα. Η ιστορική έρευνα δείχνει ότι η μουσική αυτή είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς εξέλιξης που ξεκινά από τα λασπωμένα χωράφια του Μισισιπή και καταλήγει στα θορυβώδη εργοστάσια της Αγγλίας, καθιστώντας το heavy metal μια παγκόσμια γλώσσα αντίστασης και έκφρασης που υπερβαίνει τα στενά όρια μιας επετείου.
Διαβάστε επίσης:
Μπομπ Μάρλεϊ: Η πνευματική και πολιτική Οδύσσεια του προφήτη της ρέγκε
Κρόμγουελ: Όταν η βρετανική μοναρχία εκτέλεσε έναν σκελετό
Γιώργος Ζαμπέτας: Ο αρχιτέκτονας της λαϊκής πενιάς και το ήθος μιας ολόκληρης εποχής (βίντεο)











