Η ευκολία να μιλήσει κανείς για ένα πόλεμο, με την ασφάλεια της απόστασης και με ενημέρωση υπό ερωτηματικά, είναι τελείως δυσανάλογη με την ίδια την πραγματικότητα. Δίχως να αποφεύγονται εύκολα τα τετριμμένα, έχει σημασία να μπορούμε να σκεφτούμε λαμβάνοντας υπόψη όλες τις θέσεις. Και να συζητάμε βλέποντας όσα συμβαίνουν και με την οπτική των άλλων, αποκρυσταλλώνοντας κατά το δυνατόν τελικά τις δικές μας απόψεις.
Ακόμη, είναι μια ευκαιρία, δίχως να σχετικοποιούμε οποιαδήποτε κατάφωρη παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε καθεστώτα όπως του Ιράν, να δούμε και τις δικές μας εκφάνσεις αυθαιρεσίας, προπαγάνδας, πατριδοκαπηλίας, θεοκρατίας. Εκεί όπου πολύ πλησιέστερα σε εμάς, εργαλειοποιούνται συναισθήματα και δημιουργούνται πυρήνες χειραγώγησης και διαπλοκής με την πολιτική εξουσία.
Η δυσχέρεια να βρεθούν αντικειμενικά κριτήρια είναι τεράστια στην προκειμένη θεώρηση. Το Ιράν δεν είναι η κλασική χώρα της Μέσης Ανατολής, όπου μια ανατροπή του καθεστώτος θα ήταν μια βατή εξέλιξη ασχέτως επιπτώσεων. Οι πολίτες του, παρόλο που σε μεγάλο ποσοστό βιώνουν τη σκληρότητα του καθεστώτος, σίγουρα δεν θα έβλεπαν την «απελευθέρωσή τους» και την μεταρρύθμιση που χρειάζεται η χώρα τους, στους επιτιθέμενους ΗΠΑ και Ισραήλ. Έχοντας μάλιστα ως παράδειγμα χώρες της ευρύτερης περιοχής, στις οποίες επακολούθησε το χάος μετά την κατάρρευση των καθεστώτων τους. Έτσι, το μόνο ίσως ενδεδειγμένο και ασφαλές, είναι να κάνουμε συγκεκριμένες διαπιστώσεις που θα οδηγούν σε μια συνετή ανάλυση. Η πρώτη και αυτονόητη, είναι ο χαρακτήρας του θεοκρατικού καθεστώτος του Ιράν με την κατάφωρη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπου εκεί η διεθνής κοινότητα θα είχε πράγματι λόγο κάνοντας όμως σοβαρές και νόμιμες κινήσεις.
Οι πολίτες του κυβερνώνται από μη- πραγματικά αιρετούς θεσμούς, με διάχυτη αυθαιρεσία, κακοποίηση στην καθημερινότητα και προφανώς διαφθορά. Δεύτερη διαπίστωση είναι η έναρξη ενός σφοδρού πολέμου, με εμπλοκή όλο και περισσότερων χωρών. Με χρήση τεράστιων και σύγχρονων οπλικών συστημάτων, με μηδενική τήρηση των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό ένα επικίνδυνο προηγούμενο για μελλοντικές διεθνείς συρράξεις. Τρίτη διαπίστωση, η επικινδυνότητα του Τραμπ, ο οποίος όχι απλώς δε σταμάτησε τους πολέμους όπως υποσχόταν προεκλογικά, όχι απλώς δημιουργεί με αυθαίρετες παρεμβάσεις του εστίες έντασης σε διαφορετικά σημεία του πλανήτη, αλλά έφθασε στο σημείο να τρομάζει ακόμη και τους διεθνείς οπαδούς του, με τον κυκλοθυμισμό του, την αυθαιρεσία σε σκέψη και πράξη, με συνέπειες που ακόμη δεν έχουμε δει ολοκληρωτικά. Δεν είναι τυχαίο ότι όλοι οι αναλυτές καταλήγουν στο κοινό συμπέρασμα ότι ξεκίνησε ένα πόλεμο χωρίς τελική στόχευση και χωρίς προσδιορισμένη τακτική. Σε όλα τα παραπάνω, υπάρχει φυσικά ο παράγοντας «Ευρώπη»και ο άμεσα ενδιαφέρων για εμάς «Ελλάδα». Αν μάλιστα συνυπολογίσει κανείς ότι με τον πόλεμο στην Ουκρανία άρχισε η Ευρώπη να προβληματίζεται και να συγκροτεί, με αργούς φυσικά ρυθμούς, την δική της άμυνα, επιδεικνύοντας μέχρι σήμερα αισθητή αμηχανία σε έναν πόλεμο που εκτυλίσσεται στις παρυφές της. Είναι όμως γεγονός ότι οι σειρήνες του πολέμου ηχούν σε ευρωπαϊκά εδάφη, εκκενώνονται ευρωπαϊκά χωριά και κινούνται ευρωπαϊκές στρατιωτικές δυνάμεις, αεροπορικές και ναυτικές, για την προστασία ευρωπαϊκού εδάφους και συγκεκριμένα της Κύπρου. Η εμπλοκή της χώρας μας έχει σαφώς πιο άμεσο ενδιαφέρον για εμάς, αφού στρατιωτικές μας δυνάμεις ήδη βρίσκονται στην Κύπρο, όπως έχουμε από πολλές πλευρές υποχρέωση να κάνουμε.
Η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ και συμπληρωματικά η «ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής» που συμπεριλήφθηκε στην συνθήκη της ΕΕ, μετά από σκληρές και διόλου αυτονόητες διαπραγματεύσεις από την τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, αποτελούν ένα από τα λίγα θετικά των ημερών που δημιουργούν συνθήκες στοιχειώδους ασφάλειας σε Ελλάδα και Κύπρο. Οι απευθείας μεταδόσεις από τα χτυπήματα πυραύλων και ντρονς, οι ολοήμερες ανταποκρίσεις από τον αποκλεισμένο Περσικό, οι αναλύσεις για εκτόξευση της ακρίβειας καθιστούν παθητικούς θεατές, δικαιολογημένα φοβισμένους. Εκεί ακριβώς δημιουργείται η ανάγκη αφύπνισης ή και εξ αρχής δημιουργίας ενός προοδευτικού κινήματος που θα δρα υπερεθνικά, που θα δημιουργεί όραμα για όσες κοινωνίες πιέζονται – με δεδομένο ότι σε παγκόσμιο επίπεδο τα αυταρχικά καθεστώτα αποτελούν συντριπτική πλειοψηφία – η δε Ευρώπη να αποκτήσει επιτέλους τη στρατηγική της αυτονομία, υπερασπιζόμενη εμπράκτως τις θεμελιακές και ξεχασμένες αξίες της, τη Δημοκρατία, την αλληλεγγύη, την σαφή αντίθεσή της σε αχρείαστους πολέμους.
Λίγο καιρό πριν, όλα αυτά θα ακουγόταν ως αχρείαστα ευχολόγια. Οι μέρες όμως που διανύουμε αποδεικνύουν ότι απέναντι στην πολιτική του ισχυρού που επιστρέφει, οφείλουμε να αντιτάξουμε την ισχύ του Διεθνούς Δικαίου, την υπεράσπιση της Δημοκρατίας και την απόρριψη των ακραίων που δημιουργούν τους κάθε λογής Τραμπ. Και ότι αυτά τα προτάγματα δεν αποτελούν ηθικολογία αλλά οφειλόμενο ρεαλισμό. Η σύρραξη στη Μέση Ανατολή δεν είναι απλώς ένας περιφερειακός πόλεμος. Είναι η έναρξη μιας κρίσης με οικονομικές, ενεργειακές, ανθρωπιστικές διαστάσεις και συνέπειες πολύ πέραν του σημερινού πολεμικού πεδίου. Και η Ελλάδα με τις ήδη επιπτώσεις, οφείλει να επαναπροσδιορίσει τη στάση της. Με ενεργότερη διπλωματική παρουσία, σοβαρότερη εξωτερική πολιτική, συμμετοχή σε περιφερειακούς γεωπολιτικούς σχεδιασμούς με μακροπρόθεσμες στοχεύσεις, με συμβολή σε μια δυναμική κοινή ευρωπαϊκή πολιτική, με διαφάνεια στις αμυντικές μας δαπάνες που σήμερα είναι ελλιπέστατη, με ανάπτυξη επιτέλους αμυντικής βιομηχανίας αφού σήμερα η συμβολή της στους εξοπλισμούς μας είναι σχεδόν μηδενική. Και με αντικατάσταση της κυβερνητικής επικοινωνίας από πραγματική πολιτική που στο εσωτερικό θα δημιουργεί αναγκαίες συναινέσεις και στο εξωτερικό θα ακούγεται.
Η σύντομη λήξη του πολέμου είναι ευχή και απαίτησή μας. Παράλληλα να μην αφήσουμε, ως πολιτικό σύστημα, την ευκαιρία επαναπροσδιορισμού μας απέναντι σε τέτοιου είδους αναταράξεις, ώστε να συμβάλλουμε σε μια πιο ειρηνική, σταθερή και δίκαια αντιμετωπίσιμη εξέλιξη. Η μεταπολεμική τάξη ήδη προσδιορίζεται και πρέπει να έχει άλλα χαρακτηριστικά από αυτά που προκαλούν τις σημερινές εξελίξεις.









