Υπάρχουν μορφές που δεν περιορίζονται στο να «ανήκουν» στην Ιστορία, αλλά τη διαπερνούν, τη στοιχειώνουν και την αναγκάζουν να επιστρέφει διαρκώς στα ίδια ερωτήματα. Ο Αντόνιο Γκράμσι είναι μία από αυτές. Όχι επειδή υπήρξε απλώς ένα ηγετικό στέλεχος του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, αλλά επειδή κατόρθωσε να μετατρέψει την ήττα, τη φυλακή και τη σιωπή σε πεδία θεωρητικής παραγωγής και πολιτικής σκέψης. Η σκέψη του δεν γεννήθηκε σε συνθήκες θριάμβου, αλλά μέσα από την αποτυχία των επαναστατικών προσδοκιών στη Δύση και την άνοδο του φασισμού.
Ο Γκράμσι μας ενδιαφέρει γιατί δεν επιχείρησε να διασώσει μια «καθαρή» θεωρία αποκομμένη από την πραγματικότητα. Αντίθετα, έθεσε στο κέντρο το πρόβλημα της εξουσίας, της συναίνεσης και της κουλτούρας, αναζητώντας απαντήσεις στο ερώτημα γιατί οι καταπιεσμένοι συχνά αποδέχονται έναν κόσμο που τους καταπιέζει. Δεν μας κληροδότησε έτοιμες συνταγές, αλλά εργαλεία ανάλυσης: έννοιες που απαιτούν ιστορική ευαισθησία, πολιτική ευθύνη και συλλογική δράση.
Παιδί στη Σαρδηνία
Ο Αντόνιο Γκράμσι γεννήθηκε στη Σαρδηνία το 1891 και έζησε εκεί μέχρι το 1911. Η καταγωγή του από αυτόν τον ιδιαίτερα απομονωμένο τόπο, με τη δική του γλωσσική και πολιτισμική ιδιαιτερότητα, σφράγισε ανεξίτηλα τη ματιά του. Η Σαρδηνία δεν ήταν απλώς ένας «ιταλικός Νότος», αλλά ένας χώρος κοινωνικής και πολιτικής περιθωριοποίησης, με έντονη αίσθηση απόστασης από το κράτος και τα κέντρα εξουσίας. Από εκεί γεννήθηκε η βαθιά του ευαισθησία για το αγροτικό ζήτημα και τις εσωτερικές ανισότητες του ιταλικού έθνους-κράτους.
Η παιδική του ηλικία υπήρξε δύσκολη, τόσο οικονομικά όσο και σωματικά. Από μικρός αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα υγείας, με πιο χαρακτηριστική την παραμόρφωση της σπονδυλικής του στήλης. Οι χρόνιοι πόνοι, οι ασθένειες και αργότερα η φυματίωση και η υπέρταση τον συνόδευσαν σε όλη του τη ζωή. Αυτή η διαρκής σύγκρουση με το σώμα δεν τον οδήγησε στην παραίτηση, αλλά στη διαμόρφωση μιας σπάνιας πνευματικής αντοχής και αυτοπειθαρχίας, στοιχεία που διακρίνονται καθαρά τόσο στα πολιτικά του κείμενα όσο και στις προσωπικές του επιστολές.
Η διαμόρφωση του διανοούμενου
Από νωρίς ο Γκράμσι έδειξε ιδιαίτερη κλίση προς την ιστορία, τη γλώσσα και τη λογοτεχνία. Αναγκάστηκε να διακόψει το σχολείο για να εργαστεί, όμως δεν εγκατέλειψε ποτέ τη μελέτη. Με μεγάλες δυσκολίες κατάφερε να εξασφαλίσει υποτροφία και να εγγραφεί στη σχολή φιλολογίας του Πανεπιστημίου του Τορίνο. Αν και δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του, η πανεπιστημιακή εμπειρία υπήρξε καθοριστική.
Στο Τορίνο ήρθε σε επαφή με τη γλωσσολογία, τη φιλοσοφία, την ιταλική λογοτεχνία και τη θεωρία του δικαίου. Ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για τη σαρδηνική διάλεκτο και γενικότερα για τη σχέση γλώσσας και εξουσίας. Παράλληλα, ανέπτυξε έντονη δημοσιογραφική δραστηριότητα και ασχολήθηκε με τη θεατρική κριτική. Η πνευματική του συγκρότηση δεν ήταν αποστειρωμένη ακαδημαϊκή γνώση, αλλά γνώση στρατευμένη στην κατανόηση της κοινωνίας και των αντιφάσεών της.
Το Τορίνο και η πολιτικοποίηση
Η πολιτικοποίηση του Γκράμσι επιταχύνθηκε στο Τορίνο, μια πόλη που αποτελούσε το βιομηχανικό κέντρο της Ιταλίας. Εκεί ήρθε σε άμεση επαφή με το οργανωμένο εργατικό κίνημα και τις μεγάλες κοινωνικές συγκρούσεις της περιόδου. Το Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα, στο οποίο εντάχθηκε το 1913, διαφοροποιήθηκε από άλλες ευρωπαϊκές σοσιαλδημοκρατίες με τη στάση του απέναντι στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αρνούμενο τη συμμαχία με την αστική τάξη.
Ο Γκράμσι συνεργάστηκε με το Il Grido del Popolo και αργότερα με το Avanti!, όπου η δημοσιογραφία λειτουργούσε ως εργαλείο πολιτικής διαπαιδαγώγησης. Τα άρθρα του χαρακτηρίζονται από έντονη κριτική διάθεση και προσπάθεια σύνδεσης της θεωρίας με τα άμεσα προβλήματα της εργατικής τάξης.
Ο Οκτώβρης που άλλαξε τον κόσμο
Η Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 υπήρξε για τον Γκράμσι ένα ιστορικό γεγονός κοσμοϊστορικής σημασίας, όχι μόνο επειδή ανέτρεψε το τσαρικό καθεστώς, αλλά επειδή απέδειξε ότι η επανάσταση δεν είναι αποτέλεσμα μηχανικών νόμων της Ιστορίας. Η νίκη των μπολσεβίκων και το έργο του Λένιν έδειξαν ότι η πολιτική βούληση, η οργάνωση και η ικανότητα ανάγνωσης των συσχετισμών δύναμης μπορούν να επιταχύνουν ή να μετατοπίσουν την ιστορική εξέλιξη.
Για τον Γκράμσι, ο Οκτώβρης αποτέλεσε ρήξη με τον οικονομικό ντετερμινισμό που κυριαρχούσε σε μεγάλα τμήματα του σοσιαλιστικού κινήματος. Η επανάσταση στη «καθυστερημένη» Ρωσία ανέτρεπε το σχήμα που ήθελε τον σοσιαλισμό να έρχεται μόνο ως φυσική συνέχεια της ανεπτυγμένης καπιταλιστικής οικονομίας. Αυτό το γεγονός τον ώθησε να σκεφτεί εκ νέου τον ρόλο της πολιτικής, της ιδεολογίας και της ηγεσίας.
Στο Τορίνο, μαζί με τον Παλμίρο Τολιάττι, τον Αντζελο Τερατσίνι και άλλους συντρόφους, ίδρυσε το Ordine Nuovo. Η εφημερίδα δεν ήταν απλώς ένα έντυπο πολιτικής προπαγάνδας, αλλά εργαστήριο επεξεργασίας μιας νέας επαναστατικής στρατηγικής. Στο επίκεντρο βρέθηκαν τα εργοστασιακά συμβούλια, τα οποία ο Γκράμσι αντιλαμβανόταν ως μορφές εμβρυακής εργατικής εξουσίας, ικανές να αμφισβητήσουν την καπιταλιστική οργάνωση της παραγωγής και της κοινωνίας.
Η εμπειρία των εργοστασιακών αγώνων και των καταλήψεων της περιόδου 1919–1920 υπήρξε καθοριστική. Παρά την ήττα του κινήματος, ο Γκράμσι συνειδητοποίησε ότι η αποτυχία δεν οφειλόταν μόνο στην καταστολή, αλλά και στην ανεπάρκεια τόσο της πολιτικής ηγεσίας όσο και της στρατηγικής συνοχής.
Η ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας
Το 1921, στο συνέδριο του Λιβόρνο, ιδρύεται το Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας, έπειτα από τη βαθιά κρίση και τη διάσπαση του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Η ίδρυση του νέου κόμματος αντανακλούσε τόσο την επίδραση της Ρωσικής Επανάστασης όσο και τα όρια του ιταλικού εργατικού κινήματος. Το ΚΚΙ γεννήθηκε μειοψηφικό, με περιορισμένες κοινωνικές ρίζες και έντονες εσωτερικές αντιπαραθέσεις.
Στα πρώτα του βήματα κυριαρχεί η φυσιογνωμία του Αμεντέο Μπορντίγκα, με μια περισσότερο δογματική και σεχταριστική αντίληψη της πολιτικής. Ο Γκράμσι, αν και αρχικά κινήθηκε προσεκτικά, άρχισε σταδιακά να διαμορφώνει μια διαφορετική στρατηγική: λιγότερο προσανατολισμένη στη καθαρότητα και περισσότερο στην οικοδόμηση κοινωνικών συμμαχιών και πολιτικής ηγεμονίας.
Η διαφωνία αυτή δεν ήταν απλώς οργανωτική, αλλά βαθιά θεωρητική. Αφορούσε το πώς ένα επαναστατικό κόμμα μπορεί να γίνει δύναμη πλειοψηφική σε κοινωνίες με ανεπτυγμένους θεσμούς και ισχυρή κοινωνία των πολιτών.
Μόσχα, ηγεσία και φασισμός
Το 1922 ο Γκράμσι μεταβαίνει στη Μόσχα ως αντιπρόσωπος του ΚΚΙ στην Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς και συμμετέχει στο 4ο Συνέδριό της. Η εμπειρία αυτή υπήρξε καθοριστική για τη σκέψη του. Σε επαφή με τις μεγάλες συζητήσεις του διεθνούς κινήματος, ο Γκράμσι άρχισε να επεξεργάζεται μια πιο σύνθετη κατανόηση της σχέσης κόμματος, κράτους και κοινωνίας.
Η επιστροφή του στην Ιταλία το 1924, ως εκλεγμένος βουλευτής, συνέπεσε με την ταχεία εδραίωση του φασισμού. Το 1926 αναλαμβάνει γενικός γραμματέας του ΚΚΙ και επιχειρεί να ανασυγκροτήσει το κόμμα μέσα σε συνθήκες παρανομίας και βίαιης καταστολής. Το Συνέδριο της Λυών αποτέλεσε την κορύφωση αυτής της προσπάθειας, θέτοντας στο επίκεντρο το ζήτημα του Νότου, των αγροτικών μαζών και της ανάγκης ενός ευρύτερου αντιφασιστικού μετώπου.
Φυλακή και «Τετράδια»
Η σύλληψη του Γκράμσι τον Νοέμβριο του 1926 και η καταδίκη του το 1928 σε πολυετή φυλάκιση σηματοδότησαν μια απόπειρα πολιτικής και πνευματικής εξόντωσης. Η διαβόητη φράση του εισαγγελέα –«πρέπει να σταματήσουμε αυτό το μυαλό να δουλεύει»– συνοψίζει την πρόθεση του καθεστώτος. Παρά τις απάνθρωπες συνθήκες κράτησης και τη ραγδαία επιδείνωση της υγείας του, ο Γκράμσι δεν σίγησε.
Από το 1929 έως το 1935 έγραψε τα Τετράδια της Φυλακής, ένα αποσπασματικό αλλά εξαιρετικά πυκνό έργο, όπου αναπτύσσει μια πρωτότυπη θεωρία της εξουσίας στις σύγχρονες κοινωνίες. Η γραφή του, αναγκαστικά κωδικοποιημένη για να παρακάμπτει τη λογοκρισία, απαιτεί ενεργή και προσεκτική ανάγνωση.
Η θεωρητική κληρονομιά
Η συμβολή του Γκράμσι στην πολιτική θεωρία υπήρξε καθοριστική. Η έννοια της ηγεμονίας περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνική τάξη δεν κυριαρχεί μόνο μέσω της καταστολής, αλλά κυρίως μέσω της συναίνεσης, διαμορφώνοντας αξίες, ιδέες και μορφές καθημερινής ζωής. Η κοινωνία των πολιτών, τα μέσα ενημέρωσης, η εκπαίδευση και ο πολιτισμός αποκτούν έτσι κεντρικό ρόλο στον πολιτικό αγώνα.
Με τις έννοιες του «πολέμου θέσεων» και του «πολέμου κινήσεων», ο Γκράμσι επιχείρησε να εξηγήσει γιατί οι άμεσες επαναστατικές ρήξεις είναι δυσκολότερες στις δυτικές κοινωνίες. Η επανάσταση δεν απορρίπτεται, αλλά επαναπροσδιορίζεται ως μακρόχρονη διαδικασία οικοδόμησης πολιτικής και πολιτισμικής ηγεμονίας.
Η σκέψη του παραμένει ανοιχτή και αντιφατική, όχι επειδή είναι ατελής, αλλά επειδή αρνείται τον δογματισμό. Ο Γκράμσι δεν προσφέρει έτοιμες απαντήσεις· προσφέρει τρόπους να σκεφτόμαστε την πολιτική ως ιστορική, συλλογική και βαθιά ανθρώπινη πράξη.
Ο Αντόνιο Γκράμσι πέθανε το 1937, όμως το έργο του συνεχίζει να ζει μέσα από τις αντιπαραθέσεις που προκαλεί. Δεν υπήρξε στοχαστής της βεβαιότητας, αλλά της αμφιβολίας και της ευθύνης. Μας καλεί να σκεφτούμε την πολιτική όχι ως τεχνική διαχείρισης, αλλά ως πεδίο ηθικής επιλογής και συλλογικής δράσης.
Διαβάστε επίσης:
Λένιν: 102 χρόνια από τότε που έφυγε ο μεγάλος επαναστάτης (βίντεο)
Γκι Ντεμπόρ: Σαν σήμερα γεννήθηκε ο ανατόμος της κοινωνίας του θεάματος
Σαν σήμερα έφυγε ο Κορνήλιος Καστοριάδης – Το τελευταίο του κείμενο (βίντεο)











