H πρόσφατη έναρξη της διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος προκάλεσε μια συζήτηση σχετικά με τη χρησιμότητα και την αποτελεσματικότητα αυτής στο παρόν πολιτικό κλίμα και πλαίσιο. Και ενώ η σχετική συζήτηση περιορίζεται μεταξύ κομματικών εκπροσώπων και λίγων “ειδικών” -συνταγματολόγων και μη- χωρίς να αγγίζει τα πλατιά κοινωνικά στρώματα, ως όφειλε μια τέτοια θεμελιώδης για το πολίτευμά μας διαδικασία, δύο βασικές παρατηρήσεις είναι καλο να γίνουν.

Πρώτον, η αναθεώρηση του Συντάγματος δεν θα πρέπει να γίνεται εργαλείο πρόσκαιρων πολιτικών σκοπιμοτήτων και εκτόνωσης της κοινωνικής έντασης- δικαιολογημένης και μη- γύρω από συγκεκριμένα ζητήματα. Όπως δεν πρέπει να αποτελεί και αφορμή για φθηνή αντιπολιτευτική ρητορική που με τη σειρά της περιορίζει το ήδη πολύ στενό περιθώριο συναινέσεων μεταξύ των σύγχρονων πολιτικών δυνάμεων. Η εμπειρία εξάλλου των αδιάφορων και αποτυχημένων συνταγματικών αναθεωρήσεων του παρελθόντος και η πραγματικότητα πως τα σημαντικότερα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα δεν αντιμετωπίζονται κατ’ ανάγκην μέσω των ίδιων των διατάξεων του Συντάγματος πρέπει να μας προβληματίσουν. Το Σύνταγμα ως “ζωντανός οργανισμός’‘ ναι μεν οφείλει να προσαρμόζεται στις σύγχρονες κάθε φορά προκλήσεις και ανάγκες αλλά αυτή είναι και η ουσία ενός “καλού” Συντάγματος: δεν απαιτεί συχνές αλλαγές αλλά μπορεί να ερμηνεύεται προσαρμοζόμενο και συνεπικουρούμενο από το εθνικό πολιτικό προσωπικό, τη νομολογία και το νομικό κόσμο.

Ενδεικτικά, ο θόρυβος γύρω από την ανάγκη αλλαγής του άρθρου 86 περί ευθύνης Υπουργών μπορεί να αντοποκρίνεται εκ πρώτης όψεως στην δικαιολογημένη κοινωνική αγάνακτηση για τα φαινόμενα διαφθοράς κυβερνητικών αξιωματούχων τις τελευταίες δεκαετίες, ωστόσο η σπουδή που επιδεικνύνεται για την διαρκή αναθεώρησή του δημιουργεί τον κίνδυνο ανατροπής μιας συνταγματικής παράδοσης, δηλαδή της παρεμβολής του νομοθετικού σώματος προ της δικαστικής εξουσίας στην ποινική διαδικασία, που και ιστορικά δικαιολογείται αλλά και εφαρμόζεται με παραλλαγές σε πολλά Κράτη, χωρίς να εξασφαλίζει απαραίτητα μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα ή “δικαιοσύνη”. Κι αυτό διότι η αποδεικτική διαδικασία ενώπιον του “φυσικού δικαστή” είναι επαρκώς συγκεκριμένη και αυστηρή με αποτέλεσμα και οι υποθέσεις αυτές να τίθενται ευκολότερα στο αρχείο – όπως κατά το παρελθόν έχει συμβεί με παραπεμθείσες πολιτκά φορτισμένες υποθέσεις κυβερνητικών αξιωματούχων – και να να μην αναγνωρίζεται πολιτκή ευθύνη που και διαφεύγει της ποινικής, και η οποία μόνο μέσω διαδικασίας ενώπιον νομοθετικού σώματος μπορεί να αναδειχθεί.

Δεύτερον, η επιλογή των προς αναθεώρηση διατάξεων που αφορούν τη λειτουργία του πολιτεύματος και την εκλογική διαδικασία, στο βαθμό που επιτρέπεται, θα πρέπει να γίνεται με μεγαλη προσοχή και γνώση των νομικοτεχνικών λεπτομερειών που θα διασφαλίσουν την επιτυχημένη εφαρμογή των επιδιωκόμενων αλλαγών. Για παράδειγμα, η ουσιαστική διεύρυνση του εκλογικού σώματος με την δυνατότητα των Ελλήνων του εξωτερικού να ψηφίζουν επιστολικά και στις εθνικές εκλογές είναι, αδιαμφησβήτητα, μια πολύ θετική κίνηση. Όπως και η πρόταση “λειτουργικού” ασυμβίβαστου μεταξύ βουλευτικής ιδιότητας και κυβερνητικής θέσης, η πρακτική εφαρμογή της οποίας ωστόσο, όπως τουλάχιστον ανακοινώθηκε, θα δημιουργούσε ευτράπελα και θα κατέρριπτε τον ίδιο το δικαιολογητικό λόγο της εισαγωγής της, δηλαδή την αναβάθμιση του ρόλου του βουλευτή στο πρωθυπουργοκεντρικό μας σύστημα αλλά και τη βελτίωση της ποιότητας διακυβέρνησης μέσω της αξιοποίησης περισσότερων ικανών στελεχών σε κυβερνητικές θέσεις που θα αποφασίζουν και θα δρουν χωρίς τις δεσμεύσεις και τους περιορισμούς που δημιουργεί η ανάγκη (επαν)εκλογής.

Το βέβαιον είναι πως τους επόμενους μήνες θα έχουμε τη δυνατότητα να επεκτείνουμε τη σχετική συζήτηση, τόσο πολιτικά όσο και επιστημονικά, με την ελπίδα αυτή να φθάσει και να συμπεριλάβει τον πραγματικό αποδέκτη αλλά και κριτή των συνταγμαικών αλλαγών: την ελληνική κοινωνία.