Στις 5 Φεβρουαρίου 1919 γεννήθηκε ο Ανδρέας Παπανδρέου, το σύνηθες σε ανάλογες περιπτώσεις είναι να επαναληφθεί για ακόμη μία φορά η διαδρομή της ζωής του, οι εκλογικές του νίκες, οι πολιτικές του αντιφάσεις και ο μύθος που εξακολουθεί να τον συνοδεύει. Όμως, δεδομένης της επικαιρότητας, την οποία οφείλουμε να υπηρετούμε, ας σταθούμε σε μια λιγότερο «επετειακή» πλευρά του, δηλαδή στη σχέση του με την Ευρώπη. Όχι τη σημερινή Ευρώπη της θεσμικής αδράνειας και της περιορισμένης πολιτικής βούλησης, αλλά την Ευρώπη των ισχυρών ηγετών, των ιδεολογικών συγκρούσεων και την Ευρώπη του οράματος, όπως διαμορφώθηκε περίπου την δεκαετία του 1980.
Όταν η Ευρώπη ήταν πολιτικό πεδίο συγκρούσεων
Η σχέση της Ελλάδας με την Ευρώπη κάποτε δεν ήταν, αυτονόητη, δημιουργήθηκε μέσα από σκληρούς αγώνες δεκαετιών. Μετά την είσοδό της, τη δεκαετία του 1980, η ελληνική συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα δεν αντιμετωπιζόταν από τους κυβερνώντες ως ένας τεχνοκρατικός μονόδρομος, αλλά ως πεδίο πολιτικής διαπραγμάτευσης και σύγκρουσης. Στο επίκεντρο αυτής της περιόδου βρέθηκε ο Ανδρέας Παπανδρέου, μια φυσιογνωμία που δεν είδε την Ευρώπη ως ταυτότητα ή πεπρωμένο της χώρας αλλά ως σχέση ισχύος. Ο Παπανδρέου ανέλαβε την εξουσία σε μια χώρα που είχε ήδη ενταχθεί στην ΕΟΚ χωρίς κοινωνική νομιμοποίηση και χωρίς ουσιαστική δημόσια συζήτηση για το περιεχόμενο αυτής της επιλογής. Η φράση «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» εξέφραζε μια βαθιά καχυποψία απέναντι σε υπερεθνικές δομές που, κατά την αντίληψή του, παρήγαν ανισότητες και περιόριζαν την πολιτική αυτονομία των μικρότερων κρατών, κάτι το οποίο απεδείχθη σε έναν βαθμό προφητικό.
Ρήξη χωρίς αποχώρηση
Αν και ο ίδιος εκλέχθηκε στο πρωθυπουργικό αξίωμα μέσω αυτής της ρητορικής, δεν οδήγησε ποτέ τη χώρα σε έξοδο από την Ευρώπη. Αντίθετα, μετατράπηκε σε διαπραγματευτικό εργαλείο. Ο Παπανδρέου δεν ήταν ευρωσκεπτικιστής απομονωτισμού, αλλά ευρωσκεπτικιστής πολιτικής σύγκρουσης. Η Ελλάδα της δεκαετίας του ’80 ήταν οικονομικά εύθραυστη και εξαρτημένη από κοινοτικούς πόρους, πολιτικά όμως δεν ήταν δεδομένη και αυτό ακριβώς αποτέλεσε βασικό της πλεονέκτημα.
Οι ισχυροί ηγέτες και οι καθαρές αντιθέσεις
Η Ευρώπη εκείνης της εποχής διέθετε ηγέτες ισχυρού πολιτικού κύρους. Η σχέση του Παπανδρέου με τη Μάργκαρετ Θάτσερ υπήρξε ανοιχτά συγκρουσιακή… πώς να μην ήταν άλλωστε; Από τη μία ο νεοφιλελεύθερος ατομικισμός και η απορρύθμιση, από την άλλη ο κρατικός παρεμβατισμός και το κοινωνικό κράτος. Η Θάτσερ έβλεπε στον Παπανδρέου έναν απρόβλεπτο παράγοντα και εκείνος έβλεπε την ενσάρκωση μιας Ευρώπης που υποχωρούσε μπροστά στα θέλω της αγοράς. Διαφορετική, αλλά εξίσου σύνθετη, υπήρξε η σχέση του με τον Φρανσουά Μιτεράν. Η κοινή σοσιαλιστική αναφορά δεν σήμαινε πολιτική ταύτιση. Ο Μιτεράν κινήθηκε σταδιακά προς έναν ευρωπαϊκό ρεαλισμό προσαρμογής, ενώ ο Παπανδρέου επέμεινε στη ρητορική της αυτονομίας. Παρ’ όλα αυτά, υπήρξε αμοιβαίος σεβασμός και πολιτική κατανόηση, ιδιαίτερα απέναντι στα αιτήματα του ευρωπαϊκού Νότου.
Ο ρόλος του Ζακ Ντελόρ
Κομβική υπήρξε και η σχέση του με τον Ζακ Ντελόρ, πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι συγκρούσεις τους ήταν ουσιαστικές, όχι προσχηματικές, αλλά δεν ακύρωσαν τη συνεργασία. Ο Παπανδρέου μιλούσε τη γλώσσα της πολιτικής νομιμοποίησης και επιχειρούσε να αναδείξει τις ανάγκες μιας φτωχής κοινωνίας, σε μια Ευρώπη που δεν είχε ακόμη μετατραπεί σε αυστηρό, αυτοματοποιημένο μηχανισμό κανόνων. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα διεκδίκησε και πέτυχε τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα και ειδικές ενισχύσεις που επέτρεψαν την ανάπτυξη κοινωνικών πολιτικών στο εσωτερικό. Τίποτα από αυτά δεν θα είχε επιτευχθεί αν η χώρα παρουσιαζόταν ως δεδομένος και πειθήνιος εταίρος των «μεγάλων».
Μια παρακαταθήκη που «ενοχλεί» το σήμερα
Ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν εξιδανίκευσε ποτέ την Ευρώπη. Δεν την ενσωμάτωσε στο πολιτικό του αφήγημα ως αυτονόητο «ανήκειν». Τη διατήρησε ως πεδίο διαρκούς διαπραγμάτευσης και σύγκρουσης, σε μια εποχή όπου η ευρωπαϊκή ένταξη παρουσιάζεται συχνά ως φυσικός νόμος από τις κυβερνήσει, ίσως αυτό είναι ένα ενδιαφέρον σημείο να κρατήσουμε από τις στρατηγικές του.
Η απορία που παραμένει είναι, μπορεί μια μικρή χώρα να είναι εντός των υπερεθνικών δομών χωρίς να είναι δεδομένη; Το σίγουρο είναι ότι η παρακαταθήκη του Παπανδρέου υπενθυμίζει, ότι η ισχύς δεν χαρίζεται αλλά διεκδικείται.
Διαβάστε επίσης:
Ανδρέας Παπανδρέου: 29 χρόνια από τον θάνατο του πρωθυπουργού της Αλλαγής
3η Σεπτεμβρίου: Αν ο Ανδρέας ξανακατέβαινε σήμερα με το ίδιο μανιφέστο











