Η εμπειρία της Ουκρανικής κρίσης
Είναι η δεύτερη φορά μέσα στα τελευταία χρόνια που το αγροδιατροφικό σύστημα και η βιωσιμότητά του μπαίνουν σε νέες περιπέτειες. Μόλις τέσσερα χρόνια πριν, μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, υπέστη το πρώτο σοκ. Τότε συνειδητοποιήσαμε την διασυνδεσιμότητα και αλληλεξάρτηση του κόσμου αλλά και την πολύπλοκη αρχιτεκτονική του αγροδιατροφικού μας συστήματος. Βιώσαμε τις σοβαρές διαταραχές στις μεταφορές και στις αλυσίδες εφοδιασμού, αναδείχθηκε η σημασία και η διατροφική αξία συγκεκριμένων προϊόντων και αποκαλύφθηκαν οι κίνδυνοι μιας παγκόσμιας διατροφικής κρίσης, με συνέπειες στην παραγωγή, στο αγροτικό εισόδημα, στις τιμές τροφίμων, στην κατανάλωση, στην φτώχεια, και με κατάληξη τον υποσιτισμό και τη μετανάστευση.
Μέχρι το 2022 η Ουκρανία και η Ρωσία αντιπροσώπευαν μαζί έως και το 30% των παγκόσμιων εξαγωγών σιταριού, το 20% των παγκόσμιων εξαγωγών αραβόσιτου και το 80% κτηνοτροφικών σιτηρών/ζωοτροφών και ηλιελαίου, ενώ η Ρωσία ήταν ο μεγαλύτερος εξαγωγέας φυσικού αερίου και λιπασμάτων στον κόσμο και ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας αργού πετρελαίου. Η αύξηση των τιμών στις ζωοτροφές, στα λιπάσματα και στις εισροές ενέργειας, οδήγησε στην αύξηση του κόστους παραγωγής, μειώνοντας την προσφορά και αυξάνοντας τις τιμές των τελικών εμπορευμάτων.
Από την άλλη πλευρά, η επισιτιστική ανασφάλεια οδήγησε σε αυξανόμενο προστατευτισμό και αποθεματοποίηση, που προκάλεσε περαιτέρω διαταραχές στις παγκόσμιες αγορές και αυξημένο κόστος στη γεωργική παραγωγή και τα τρόφιμα. Η διατροφική κρίση δεν κατανεμήθηκε προφανώς ισόρροπα μεταξύ των διαφόρων περιοχών του πλανήτη. 728 εκ. άνθρωποι που θεωρήθηκαν ως διατροφικά ανασφαλείς παρουσίασαν μια άνιση χωρική κατανομή με το υψηλότερο ποσοστό να καταγράφεται στην υποσαχάρια Αφρική, όπου το 22.5% του πληθυσμού ταυτοποιήθηκε ως διατροφικά ανασφαλές.
Έκτοτε ορισμένες χώρες με σοβαρές εξαρτήσεις, για την διασφάλιση της επισιτιστικής τους επάρκειας, επένδυσαν στις χώρες τους σε ορισμένους παραγωγικούς κλάδους όπως η βοοτροφία και τα θερμοκήπια, είτε σε καλλιεργούμενες εκτάσεις στην Αφρική, Λατ. Αμερική, Ευρώπη και αλλού, δημιούργησαν στρατηγικά αποθέματα και επένδυσαν σε «έμπιστους εταίρους» και μεγάλες εταιρείες παραγωγής αγροδιατροφικών προϊόντων. Μερικές από αυτές ήταν οι χώρες του Κόλπου, οι οποίες συχνά αξιοποίησαν προς αυτή την κατεύθυνση τα κρατικά επενδυτικά ταμεία τους (Sovereign Wealth Funds).
Η κρίση στον Περσικό Κόλπο
Με την έναρξη του πολέμου στον Κόλπο και με δεδομένο ότι από αυτόν διέρχεται το 20% περίπου της παραγωγής φυσικού αερίου και αργού πετρελαίου, οι πρώτες ανησυχίες επικεντρώθηκαν στο ενεργειακό και στις ροές των προϊόντων αυτών, που αναμένονταν να οδηγήσουν σε αυξητικές πληθωριστικές πιέσεις και στην εκτίναξη του κόστους παραγωγής διεθνώς.
Στο ενεργειακό σοκ όμως προστίθεται και ένα άλλο, παράπλευρο για την παγκόσμια οικονομία και την ζωή των ανθρώπων, αυτό που συνδέεται με τις επιπτώσεις αυτής της κρίσης στην γεωργική παραγωγή και στην επισιτιστική ασφάλεια. Η διαταραχή και ο αποκλεισμός της ναυσιπλοΐας μέσω των Στενών του Ορμούζ, λοιπόν, δεν προκαλούν μόνο μια ενεργειακή κρίση. Προκαλούν και ένα παραγωγικό σοκ για την γεωργία, αφού ο αποκλεισμός των στενών σημαίνει αφενός αποκλεισμό από τις αγορές των παραγόμενων στις χώρες του Κόλπου λιπασμάτων και αφετέρου αποκλεισμό του εξαγόμενου φθηνότερου φυσικού αερίου στις κρίσιμες για την γεωργία παραγωγικές μονάδες αζωτούχων λιπασμάτων ανά τον κόσμο.
Ας εξηγήσουμε την αλυσίδα παραγωγής των λιπασμάτων. Το μεθάνιο-βασικό συστατικό του φυσικού αερίου-μετατρέπεται σε αμμωνία και η αμμωνία σε αζωτούχα λιπάσματα με σημαντικότερο αυτό της ουρίας. Τα λιπάσματα, και ειδικότερα τα αζωτούχα, επιτρέπουν στις καλλιέργειες να επιτύχουν παραγωγικές επιδόσεις από τις οποίες εξαρτώνται οι διατροφικές ανάγκες του παγκόσμιου πληθυσμού.
Εκτός από το άζωτο, και το θείο (απαραίτητο θρεπτικό συστατικό για την ανάπτυξη των φυτών) είναι υποπροϊόν του πετρελαίου και του φυσικού αερίου}.
Με άλλα λόγια, το κλείσιμο των Στενών σήμερα απειλεί, όχι μόνο τις εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου, αλλά και την ίδια την διακίνηση των λιπασμάτων και των αναγκαίων εισροών για την παραγωγή τους. Είναι γνωστό ότι το ~1/3 του παγκόσμιου εμπορίου λιπασμάτων διέρχεται από το Ορμούζ, ενώ τα ποσοστά αυτά για την εμπορευόμενη ουρία κινούνται μεταξύ 40-50% και για το θείο περίπου στο 45% αυτού.
Επιπλέον, η πολεμική σύγκρουση απειλεί το 65% έως 70% των παγκόσμιων αποθεμάτων ουρίας ενώ οι τιμές της έχουν ήδη αυξηθεί κατά 30% έως 40% οδηγώντας στην αύξηση των τιμών βασικών γεωργικών προϊόντων όπως το σιτάρι, το ρύζι, ο αραβόσιτος και τα φυτικά έλαια, κάτι που επιδεινώθηκε από τις πανικόβλητες αγορές και τη συσσώρευση αποθεμάτων, όπως αναφέρει ο FAO. Χώρες όπως η Ινδία, η Βραζιλία, ακόμα και οι ΗΠΑ, που είναι από τους ισχυρότερους παραγωγούς λιπασμάτων, εισάγουν είτε υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG), είτε αμμωνία και ουρία, για ανταποκριθούν στις παραγωγικές τους ανάγκες.
Στην υποσαχάρια Αφρική όμως το πρόβλημα αποκτά μία άλλη διάσταση. Παρά την χαμηλή χρήση λιπασμάτων, μία αύξηση των τιμών αναμένεται να οδηγήσει στην μείωση της χρήσης τους, μείωση των αποδόσεων της γεωργίας και αναπόφευκτα σε επισιτιστική κρίση.
Οι συνέπειες, λοιπόν, για την παγκόσμια γεωργία είναι προφανείς: η μείωση της διαθεσιμότητας των λιπασμάτων και των πρώτων υλών για την παρασκευή τους αναμένεται να εκτινάξουν τις τιμές τους, να μειώσουν την χρήση τους, να μειώσουν την παραγωγικότητα της γεωργίας και να οδηγήσουν σε μία νέα διατροφική κρίση.
Η κρίση στον Περσικό Κόλπο συμπίπτει με την περίοδο φύτευσης στο βόρειο ημισφαίριο, που σημαίνει ότι οι ελλείψεις λιπασμάτων κατά τη φύτευση, δεν είναι δυνατόν να αναπληρωθούν αργότερα και οι απώλειες αποδόσεων παραγωγής γίνονται έτσι εποχικά διαρθρωτικές. Το γεγονός ότι η κρίση των λιπασμάτων δεν εκφράζεται το ίδιο γρήγορα όπως αυτή του πετρελαίου και φυσικού αερίου, θα έχει ως αποτέλεσμα, οι επιπτώσεις στην αγροτική παραγωγή να εκδηλωθούν μήνες αργότερα, με πιθανές βαρύτερες αποσταθεροποιητικές πολιτικές συνέπειες. Η αγορά ενέργειας έχει στη διάθεσή της το εργαλείο των αποθεμάτων και της υποκατάστασης για να διαχειριστεί βραχυπρόθεσμα την κρίση, δεν ισχύει όμως κάτι τέτοιο στον ίδιο βαθμό με τα λιπάσματα και τα τρόφιμα.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία έπληξε πρωτίστως τις εξαγωγές σιτηρών στις οποίες Ρωσία και Ουκρανία αποτελούσαν ηγέτιδες χώρες στις παγκόσμιες αγορές. Αντιθέτως, αυτός του Κόλπου οδηγεί σε ελλείψεις στα λιπάσματα και στην αύξηση των τιμών τους, που σε συνδυασμό με τις πάνω από 50% αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας και την συνεπαγόμενη αύξηση στο κόστος παραγωγής και μεταφοράς, αναγκάζουν στη μείωση της χρήσης και σε μειωμένες αποδόσεις των καλλιεργειών και της ζωικής παραγωγής, λόγω αύξησης του κόστους των ζωοτροφών. Αυτό ακολούθησε μια εξαετία (Φεβ. 2020-Φεβ. 2026) στην οποία, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, οι διεθνείς τιμές της ενέργειας και των λιπασμάτων αυξήθηκαν κατά 15 % και 37.5 % αντίστοιχα ενώ οι τιμές παραγωγού αντίθετα μειώθηκαν κατά 3 % καταγράφοντας την πίεση του αυξανόμενου κόστους εισροών στους παραγωγούς, ενώ οι τιμές καταναλωτή αυξήθηκαν, στο ίδιο διάστημα περίπου, κατά 32% σύμφωνα με τον FAO.
Το συνδυασμένο σοκ ενέργειας και τροφίμων σήμερα μοιάζει, και ίσως υπερβαίνει αυτό του πολέμου στην Ουκρανία το 2022.
Οι διατροφικές απειλές για τις χώρες του Κόλπου
Παρά τις μεγάλες προσπάθειες που κατέβαλαν, μετά την Αραβική Άνοιξη – και τον πόλεμο στην Ουκρανία ειδικότερα – να διασφαλίσουν την επισιτιστική τους επάρκεια, οι περισσότερες χώρες του Κόλπου εξακολουθούν να εισάγουν πάνω από το 80% των τροφίμων τους. Το Κατάρ, το Κουβέιτ και το Μπαχρέιν, είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένα αφού όλες οι εισαγωγές τροφίμων περνούν από το Ορμούζ και αφορούν κυρίως σιτηρά, ρύζι, ζάχαρη, φυτικά έλαια και ζωοτροφές. Αντίθετα χώρες όπως η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν πρόσβαση σε λιμάνια εκτός του Κόλπου και των Στενών του Ορμούζ που τις καθιστά λιγότερο ευάλωτες.
Οι άλλες χώρες του Κόλπου διατηρούν μεν στρατηγικά αποθέματα σιτηρών και τροφίμων, αλλά τα περισσότερα καλύπτουν εβδομάδες έως μήνες. Τα ευπαθή τρόφιμα (φρέσκα προϊόντα, γαλακτοκομικά) δεν μπορούν να αποθηκευτούν εύκολα, ενώ οι ελλείψεις ζωοτροφών επηρεάζουν άμεσα την προσφορά κρέατος, πουλερικών και γαλακτοκομικών προϊόντων.
Η διάρκεια του αποκλεισμού του Κόλπου είναι ιδιαίτερα κρίσιμη για την ανθεκτικότητα των χωρών του. Σύμφωνα με εκτιμήσεις αναμένονται:
- Βραχυπρόθεσμα (ημέρες–εβδομάδες) καθυστερήσεις αποστολής προϊόντων, αγορές πανικού, εκτίναξη τιμών
- Μεσοπρόθεσμα (1-3 μήνες), πραγματικές ελλείψεις σε ευάλωτες χώρες και πίεση στις αναγκαίες κρατικές ενισχύσεις
- Μακροπρόθεσμα, σοβαροί κίνδυνοι για την επισιτιστική ασφάλεια, ειδικά για το Κατάρ, το Κουβέιτ και το Μπαχρέιν
Φαίνεται πως οι χώρες του Κόλπου μπορούν να επιβιώσουν από ένα πετρελαϊκό σοκ ευκολότερα απ’ ότι από ένα επισιτιστικό σοκ. Οι μεγάλοι χαμένοι αυτής της κρίσης είναι οι αναπτυσσόμενες χώρες που εξαρτώνται από τις εισαγωγές, οι γεωργοί που αντιμετωπίζουν το υψηλό κόστος εισροών, και οι καταναλωτές παγκοσμίως, που πλήττονται μέσω του πληθωρισμού τροφίμων και ενέργειας.
Οι μεγάλοι κερδισμένοι είναι οι παραγωγοί λιπασμάτων εκτός του Κόλπου (ΗΠΑ, Ρωσία) και οι χώρες με εγχώρια ενέργεια και ικανότητα παραγωγής λιπασμάτων.
Μετανάστες στις χώρες του Κόλπου: τα αόρατα θύματα της κρίσης
Μεγάλος αναμένεται να είναι ο αντίκτυπος της κρίσης και της εκτίναξης των τιμών τροφίμων στους πληθυσμούς μεταναστών χαμηλότερου εισοδήματος από τους γηγενείς των χωρών του Κόλπου, οι οποίοι ήδη δαπανούν μεγαλύτερο μερίδιο του εισοδήματός τους σε τρόφιμα.
Οι μετανάστες αποτελούν πάνω από το 50% του πληθυσμού των χωρών του Κόλπου ( κοντά στα 30 εκατ.) και 80-90% του εργατικού δυναμικού τους. Συγκροτούν την πλειονότητα των εργαζόμενων του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας και είναι κρίσιμης σημασίας δυναμικό για τις κατασκευές, τις υπηρεσίες, την οικιακή οικονομία και τα logistics.
Η κρίση και ο πληθωρισμός τροφίμων θα επηρεάσουν τα εισοδήματά τους και ως συνέπεια και το ύψος των εμβασμάτων που στέλνουν πίσω στις οικογένειές τους. Αποτέλεσμα αυτού θα είναι η στέρηση πόρων για την χώρα προέλευσης, γεγονός που αναμένεται να οδηγήσει σε περαιτέρω διεύρυνση της φτώχειας και των ανισοτήτων. Είναι χαρακτηριστικό ότι η ποσοστιαία συμμετοχή των εμβασμάτων στο ΑΕΠ των πέντε πρώτων χωρών μεταναστών στις χώρες του Κόλπου κινείται μεταξύ 5.5% (Αίγυπτος) και 8.1% (Νεπάλ).
Οι επιπτώσεις στο αγροδιατροφικό σύστημα της Ελλάδας
Η ελληνική γεωργία εξαρτάται διαρθρωτικά από εισαγόμενες εισροές, όπως τα αζωτούχα (ουρία, αμμωνία) και φωσφορικά λιπάσματα, καθώς και από την ενέργεια (πετρέλαιο, ηλεκτρισμός, φυσικό αέριο) και προφανώς επηρεάζεται άμεσα από τις εξελίξεις στον πόλεμο στον Κόλπο.
Το κόστος των λιπασμάτων στη χώρα μας αντιπροσωπεύει το 20-35% περίπου του μεταβλητού κόστους σε πολλές καλλιέργειες και η εκτίναξη των τιμών τους – της τάξης του 40–80% – αναμένεται να οδηγήσει αφενός σε περαιτέρω εκτίναξη του ήδη υψηλού κόστους παραγωγής και αφετέρου σε μειωμένη χρήση των εισροών, με συνέπεια τις χαμηλότερες αποδόσεις των καλλιεργειών.
Ανάλογα με την διάρκεια της κρίσης, οι αναμενόμενες αυξήσεις στο κόστος παραγωγής κυμαίνονται μεταξύ 10-25% στην φυτική παραγωγή και 15-30% στην ζωική, με πιθανή συμβολή στον πληθωρισμό τροφίμων από 2-4 ποσοστιαίες μονάδες. Εδώ να σημειώσουμε ότι ήδη τα τελευταία τέσσερα χρόνια το κόστος παραγωγής έχει αυξηθεί κατά 30%, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ.
Η κατανάλωση λιπασμάτων στην ελληνική γεωργία έχει μεταβληθεί σημαντικά διαχρονικά και σήμερα βρίσκεται αρκετά χαμηλότερα από τα επίπεδα των δεκαετιών του 1970–1980 και κυμαίνεται μεταξύ 0.8-1.2 εκατ. τόνους/έτος. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία του FAO η Ελλάδα καταναλώνει ~142 kg/ha (2023) και είναι μεσαίας έντασης χώρα στην χρήση λιπασμάτων στην ΕΕ, ούτε εντατική, αλλά ούτε και εκτατική (με χαμηλότερη παραγωγικότητα ανά μονάδα εισροής) εμφανίζοντας μια κύρια ‘διαρθρωτικής δυαδικότητας’ γεωργία.
Η μεγάλη ετερογένεια των καλλιεργειών συγκρατεί τον μέσο όρο και αναδεικνύει το βαμβάκι και τα κηπευτικά/θερμοκήπια ως τις υψηλής χρήσης καλλιέργειες. Φαίνεται λοιπόν ότι οι συγκεκριμένες καλλιέργειες, και δευτερευόντως τα σιτηρά και τα κτηνοτροφικά φυτά, – συνεπώς και η κτηνοτροφία -, θα υποστούν περισσότερο τις συνέπειες της κρίσης ενέργειας και λιπασμάτων. Αυτό θα έχει και περιφερειακή διάσταση, με πρώτες απειλούμενες περιφέρειες αυτές της Θεσσαλίας, Κρήτης και Κεντρικής Μακεδονίας, όπου το βαμβάκι, τα θερμοκήπια και η κτηνοτροφία έχουν ισχυρή παρουσία.
Η κτηνοτροφία κινδυνεύει να καταλήξει ο αδύναμος κρίκος του αγροδιατροφικού μας συστήματος. Μετά την απώλεια σχεδόν 500.000 αιγοπροβάτων λόγω των ζωονόσων, τη μείωση των εγχώρια παραγόμενων ζωοτροφών, την υψηλή εξάρτηση από τις εισαγόμενες ζωοτροφές και την ενέργεια, την αιγοπροβατοτροφία απειλούν νέα αδιέξοδα που εκτιμάται θα οδηγήσουν στην εγκατάλειψη του κλάδου και θα απογειώσουν τις τιμές κρέατος και γαλακτοκομικών προϊόντων. Αντίστοιχοι είναι οι κίνδυνοι για την βοοτροφία και την πτηνοτροφία.
Οι επιπτώσεις των εξελίξεων αυτών θα έχουν αναμφίβολα επιπτώσεις τόσο στις τιμές καταναλωτή όσο και στο εμπορικό ισοζύγιο αγροτικών προϊόντων της χώρας. Σε ότι αφορά το πρώτο, ήδη η χώρα μας έχει διπλάσιο σχεδόν πληθωρισμό τροφίμων (5.2% τον Φεβ. 2026) συγκριτικά με την ΕΕ αλλά και τον μέσο πληθωρισμό της χώρας που κινείται στα ίδια επίπεδα με αυτόν της ΕΕ. Αν η κρίση διαρκέσει, αναμφίβολα οι αυξήσεις του κόστους παραγωγής θα μεταφερθούν στον ήδη επιβαρυμένο καταναλωτή και κυρίως στα μεσαία και χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα στα οποία τα τρόφιμα αποσπούν ήδη πάνω από το 20% του οικογενειακού εισοδήματος. Ο ισχύων μέχρι σήμερα πληθωρισμός τροφίμων του 5.2%, είναι 3-4 φορές πιο επώδυνος για τα χαμηλά εισοδήματα.
Η Ελλάδα έχει μικτό εμπορικό προφίλ στον αγροδιατροφικό τομέα με ισχυρές εξαγωγές σε ελαιόλαδο, φέτα, φρούτα-λαχανικά, βαμβάκι και εισαγωγές σε σιτηρά, ζωοτροφές, ζωικά προϊόντα. Μετά την κρίση του Κόλπου οι δαπάνες για εισαγωγές αναμένεται να αυξηθούν σημαντικά (ήδη στους 7 πρώτους μήνες του 2025 το ισοζύγιο ήταν ελλειμματικό κατά 0.5 δις) ενώ αναμένεται επίσης και μείωση της ανταγωνιστικότητας των εξαγωγών (πληθωρισμός κόστους), με αποτέλεσμα την επιδείνωση του εμπορικού ισοζυγίου αγροδιατροφικών προϊόντων.
Εν κατακλείδι
Η Ισαβέλλα Βέμπερ (Isabella Weber, καθ. Πανεπιστημίου Μασαχουσέτης, Αμχερστ) θεωρεί ότι μεσοπρόθεσμα τα λιπάσματα είναι δομικά πιο σημαντικά από τα σιτηρά, και ότι οι τιμές των τροφίμων εκτινάσσονται με υστέρηση 6-18 μηνών. Αυτή η δυναμική, ισχυρίζεται, μπορεί να ‘ωθήσει τον κόσμο σε μια νέα κρίση πείνας’. Με άλλα λόγια, το σοκ των λιπασμάτων οδηγεί στο σοκ του συστήματος τροφίμων. Όλα δείχνουν ότι ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο οδήγησε σε μία ενεργειακή κρίση που προκάλεσε σοβαρές διαταραχές στην παραγωγή, στις τιμές και την εμπορία των λιπασμάτων, επηρέασε αρνητικά την παγκόσμια γεωργική παραγωγή, εκτίναξε τις τιμές των τροφίμων, σπρώχνει εκατομμύρια ανθρώπους σε σοβαρή επισιτιστική ανασφάλεια και απειλεί πολλές χώρες με πολιτική αστάθεια.
Η κρίση αυτή αναδεικνύει διαρθρωτικές αδυναμίες. Η εξάρτηση από τα λιπάσματα και η έλλειψη στρατηγικών αποθεμάτων συνιστούν διαρθρωτικές αδυναμίες και αποτελούν συστημικό κίνδυνο για τα συστήματα τροφίμων, που πρέπει να αναζητήσουν διαφοροποίηση των πηγών των λιπασμάτων, της ενέργειας αλλά και περιφερειοποίηση των αλυσίδων εφοδιασμού. Στην Ελλάδα η τρέχουσα κρίση προσθέτει στην ‘πολυκρίση’ που αντιμετωπίζει η ελληνική γεωργία τα περασμένα πέντε χρόνια, η οποία χαρακτηρίζεται από την εκτίναξη του κόστους παραγωγής, τη διεύρυνση του χάσματος μεταξύ τιμών παραγωγού και καταναλωτή, τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και ‘ελληνοποιήσεις’, το έλλειμμα ρευστότητας, τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και την ανεπαρκή αντιμετώπισή τους, τις εκτεταμένες ζωονόσους και τη μεγάλη απώλεια ζωικού κεφαλαίου, τη συρρίκνωση των κοινωνικών υποδομών και υπηρεσιών στην ύπαιθρο.
Εν τέλει μία ‘πολυκρίση’ που αποτυπώνεται στην σημαντική πτώση του γεωργικού εισοδήματος και την απειλούμενη διευρυμένη έξοδο από το αγροτικό επάγγελμα. Η αντιμετώπιση της κρίσης απαιτεί άμεσα γενναία κρατική παρέμβαση και ανασχεδιασμό της αγροτικής, περιφερειακής και ενεργειακής πολιτικής. Άμεσα μέτρα ενισχύσεων για τις εισροές στην γεωργία (λιπάσματα, καύσιμα), έκτακτα μέτρα στήριξης για τους περισσότερο ευάλωτους τομείς όπως ο κτηνοτροφικός τομέας. Σχεδιασμό πολιτικής για την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής ζωοτροφών (πρωτεϊνούχες καλλιέργειες) και την διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας λιπασμάτων αλλά και δημιουργία στρατηγικών αποθεμάτων σε λιπάσματα και ζωοτροφές.








