Το 2026 – χρονιά που ολοκληρώνεται το πρόγραμμα του Ταμείου Ανάκαμψης με τα πρωτοφανή επιπλέον ποσά που δόθηκαν στην Χώρα μας, χρονιά που συμπληρώνονται επτά χρόνια σταθερής διακυβέρνησης, οι πολίτες θα έπρεπε να βιώνουν μια βαθειά ικανοποίηση και να νοιώθουν ότι υπάρχουν καλές προοπτικές για τους ίδιους, το κοινωνικό σύνολο και την πατρίδα μας. Και όμως το 2026 δεν προβάλλει ως χρονιά συλλογικής αυτοπεποίθησης και ανάτασης. Διαφαίνεται ως περίοδος πολιτικής κόπωσης κοινωνικής αβεβαιότητας και γενικευμένης απόρριψης, με το 70% να προκρίνουν το Χάος από τον Πρωθυπουργό, αμφισβητώντας έτσι το πολιτικό μας σύστημα στο σύνολο του.
Σε τέτοιες περιόδους η Ιστορία επαναλαμβάνεται με γνώριμο τρόπο: εμφανίζονται πρόσωπα και σχήματα που αυτοπροβάλλονται ως φορείς κάθαρσης, αλήθειας και δικαιοσύνης.
Ακόμη όμως κι όταν μια κίνηση ξεκινά με ειλικρινή ηθικά κίνητρα, αυτό δεν την καθιστά αυτομάτως φορέα ουσιαστικής και γνήσιας αλήθειας. Πόσο μάλλον φορέα επιτυχούς διακυβέρνησης. Όταν η συλλογική αγανάκτηση εστιάζει σε διχαστικά διλήμματα παλιού–νέου, ελίτ–λαού, έντιμων–κλεφτών, πατριωτών–προδοτών, τότε αυτοαναδεικνύονται γενικοί κηδεμόνες της κοινωνίας.
Η πολιτική μετατρέπεται σε συνθήματα με συναίσθημα και οργή, χωρίς σχέδιο διακυβέρνησης. Σε πεδίο διαχωριστικών γραμμών και όχι σε πεδίο σύγκρουσης, σύνθεσης, θεσμών και ευθύνης.
Το έχουμε ζήσει το έργο: στην Ελλάδα στην Ευρώπη, και το βιώνει με τον πιο εμβληματικό τρόπο η Αμερική του Τραμπ με την επιβολή ενός θολού αφηγήματος δήθεν Χριστιανικής ηθικής και εθνικιστικού αυταρχισμού. Το φαινόμενο δεν είναι μόνο ελληνικό. Εδράζεται σε ένα διεθνές περιβάλλον βαθιάς αβεβαιότητας: έναν πλανήτη όπου κυριαρχεί η ισχύς των εχόντων, μια Ευρώπη αδύναμη στρατιωτικά και ενεργειακά, μια ήπειρο που αποβιομηχανοποιήθηκε και τώρα πληρώνει το τίμημα αυτών των επιλογών. Η ανασφάλεια γεννά φόβο και ο φόβος ευνοεί τα απλουστευτικά αφηγήματα σωτηρίας. Όμως η γεωπολιτική και οικονομική αβεβαιότητα δεν αντιμετωπίζεται με ηθικά μανιφέστα· προϋποθέτει ήθος αλλά απαιτεί στρατηγική, θεσμική επάρκεια και συλλογική ευθύνη.
Οι παθογένειες του παρελθόντος πάντα παρούσες
Στην Ελλάδα, η κρίση δεν αφομοιώθηκε ως μάθημα. Η χώρα παραμένει βαλτωμένη σε ένα πελατειακό σύστημα. Η Τραγωδία των Τεμπών, η οργανωμένη πολιτικοδιοικητικοκομματική διαφθορά στον ΟΠΕΚΕΠΕ, οι υποκλοπές που διαβρώνουν τον πυρήνα της δημοκρατίας, δεν είναι μεμονωμένα επεισόδια. Συνθέτουν ένα τοπίο συνεχούς θεσμικής υποβάθμισης, ενώ δεν διαφαίνεται οικονομική και κοινωνική σύγκλιση με την Ευρώπη. Η χώρα παραμένει τραγικά πίσω σε θέματα παραγωγικότητας, παραγωγικών επενδύσεων και ψηφιακού μετασχηματισμού, άρα και μισθών. Αποκαλύπτεται δε μέρα με τη μέρα ότι το Ταμείο Ανάκαμψης ουδόλως έπαιξε τον ρόλο του και ότι η επόμενη ημέρα της ολοκλήρωσής του θα βρει την Ελλάδα χωρίς νέο παραγωγικό μοντέλο, χωρίς νέα κουλτούρα, με τα επιδόματα ως σταθερό εργαλείο πελατειακής και αδιέξοδης πολιτικής. Όλα αυτά διατηρούν την πολιτική ρευστότητα που δημιούργησε η κρίση!
Και τώρα εν έτει 2026 η σημερινή διακυβέρνηση της ΝΔ τροφοδοτεί μια νέα ρευστοποίηση με νέους σωτήρες. Βέβαια οι πολίτες —όχι μόνο οι νέοι— αποσύρονται. Και αυτή η αποχή δημιουργεί το ιδανικό έδαφος για εκείνους που υπόσχονται αλλαγή χωρίς πρόταση και μέλλον χωρίς κόπο.
Το 2026 προβλέπεται έτσι ως χρόνος μεγάλης πολιτικής ρευστότητας. Και επειδή γράφω αυτό το άρθρο ως στέλεχος ενός ιστορικού κόμματος και όχι ως πολιτική αναλύτρια, πιστεύω ότι το πραγματικό δίλημμα είναι «ΝΔ ή ΠΑΣΟΚ», γιατί το ΠΑΣΟΚ και θριάμβευσε και κατακρημνίστηκε, γιατί έπαθε και έμαθε, γιατί έστω και με τα σημερινά ποσοστά του είναι το μόνο οργανωμένο θεσμικό και με ουσιαστικό εναλλακτικό πρόγραμμα για την χώρα κόμμα. Και κυρίως είναι ένα κόμμα που εκπροσωπεί την Ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία η οποία δημιούργησε το πιο ανθρώπινο αναπτυξιακό και κοινωνικό υπόδειγμα στην πολιτική ιστορία.
Ως αξιωματική αντιπολίτευση, το ΠΑΣΟΚ είναι σκληρό αλλά θεσμικό. Έχει ένταση, αλλά και πειθαρχία. Συγκρούεται, αλλά με αξιοπρέπεια στον λόγο και σοβαρότητα στη στάση. Δεν δικαιούται -μετά από όσα έχει κάνει για τη χώρα στις πιο δύσκολες στιγμές, όταν πραγματικά κινδύνευσε να εκτροχιαστεί- να συντάσσεται με κάθε υπερβολή ή απαίτηση. Η ιστορία του (τα επιτεύγματα αλλά και τα λάθη του) δεν του το επιτρέπει.
Ως κόμμα που διεκδικεί να κυβερνήσει δε θέλει να «βελτιώσει» τα πράγματα. Αλλά να τα αλλάξει. Πιστεύουμε στη συνέχεια και στην ανατροπή. Συνέχεια του κράτους αλλά και ανατροπή παγιωμένων πρακτικών, στην διαφθορά, στο ρουσφέτι, στην στήριξη των μεγάλων σε βάρος των μικρών, στην ηθική κατάπτωση πολιτικών και πολιτών. Ανατροπή στην υποβάθμιση των θεσμικών λειτουργιών. Ανατροπή στην κατάρρευση των κοινωνικών λειτουργιών. Ανατροπή στην αντίληψη ότι μεταρρύθμιση είναι μια τροπολογία ή κάποιο ευκαιριακό επίδομα. Ανατροπή στη σχέση με τα κοινωνικά κινήματα που αντιμετωπίζονται ως αντίπαλοι και εχθροί. Ανατροπή στη καθήλωση της Ελλάδας τελευταίας στους ευρωπαϊκούς δείκτες. Προσαρμογή στους ρυθμούς του 21ου αιώνα
Αυτό σημαίνει λόγο καθαρό λόγο γιατί μόνο έτσι οι δικοί σου σε ακολουθούν και οι αντίπαλοι σε σέβονται. Προϋποθέτει πολιτικό σχέδιο αμφίπλευρης διεύρυνσης με πολιτική πρόσκληση και ανοιχτή πόρτα και καρδιά, καθαρή ιεράρχηση και συγκροτημένη ομάδα που δείχνει ότι μπορεί να κυβερνήσει.
Γι’ αυτό το 2026 και για το ΠΑΣΟΚ είναι κρίσιμο, θα πρέπει να είναι «η χρονιά του αλόγου» (σύμφωνα με το κινεζικό ημερολόγιο ) δηλαδή. η χρονιά που πείθεις με πάθος, ξεσηκώνεις επιβάλεις ρυθμό.
Οι πολίτες που παλεύουν για τη χώρα αλλά και για την οικογένεια τους δεν έχουν ανάγκη από Μεσσίες της αγανάκτησης και νέους σωτήρες, ούτε αλαζονικά διλήμματα περί χάους.
Οι χώρες που περιμένουν σωτήρες, χάνουν χρόνο, και ο χρόνος ποτέ δεν περισσεύει. Το ζήσαμε τα χρόνια της κρίσης ως πρώτο κύμα λαϊκισμού με διάττοντες αστέρες (δέκα περίπου κόμματα) που άστραψαν, βρόντηξαν και έσβησαν, ακόμη και αυτά που κυβέρνησαν.
Το 2026 υπάρχει περίπτωση να ζήσουμε ένα δεύτερο κύμα λαϊκισμού που τροφοδοτείται σε μεγάλο βαθμό από την κυβερνητική πολιτική.
*Η Αννα Διαμαντοπούλου είναι Πρόεδρος του Δικτύου– πρ. Επίτροπος ΕΕ – πρ. Υπουργός – Υπεύθυνη Πολιτικού Σχεδιασμού ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ











