Το 2025 ήταν μια ακόμα δύσκολη χρονιά για την κοινωνία, με δυσβάστακτη επιβάρυνση των νοικοκυριών από την ακρίβεια στα είδη πρώτης ανάγκης, τα απρόσιτα ενοίκια, το κόστος ενέργειας, αλλά και τις συνεχώς αυξανόμενες ιδιωτικές πληρωμές (out off pocket) για να έχουν οι ασθενείς μια στοιχειωδώς αξιοπρεπή ιατροφαρμακευτική φροντίδα. Στο ένθετο της Καθημερινής «Υγεία και φάρμακο» ( Νοέμβριος 2025) , υπάρχει άρθρο με τίτλο «Με το χέρι στην τσέπη οι πολίτες», που τεκμηριώνει ότι η περίθαλψη στη χώρα μας είναι, σε μεγάλο βαθμό, ιδιωτική υπόθεση. Η συμμετοχή των πολιτών στο κόστος της αγοράς φαρμάκων από 650 εκ. ευρώ το 2019 έφτασε τα 800 εκ. ευρώ το 2024 και συνολικά (μαζί με τα μη συνταγογραφούμενα, φάρμακα αρνητικής λίστας, αγορά χωρίς συνταγή κλπ ) στα 2 δις. ευρώ ετησίως. Το ίδιο αυξημένη είναι η συμμετοχή στις διαγνωστικές εξετάσεις: από 152 εκ. ευρώ το 2019 σε 244 εκ. ευρώ το 2024 (+60,5%). Μόνο από την επιβολή του «χαρατσιού» των 3 ευρώ για απεικονιστικές εξετάσεις και 1 ευρώ για μικροβιολογικές, οι ασφαλισμένοι επιβαρύνονται κατά 25,5 εκ. ευρώ το χρόνο. Σε ανοδική τροχιά βρίσκονται και οι επίσημες συμμετοχές (δεν μιλάμε για τις επιπλέον χρεώσεις) των ασφαλισμένων για νοσηλείες σε ιδιωτικές κλινικές: από 94 εκ. το 2019 σε 120 εκ. το 2024 (+ 28%). Ακόμα και οι άτυπες πληρωμές στα νοσοκομεία έχουν αυξηθεί από 1,2 δις. ευρώ το 2019 σε 2,2 δις. ευρώ το 2023 ( βλ. Δημήτρης Καραγιώργος, « Οι 22 πληγές του ελληνικού συστήματος υγείας» , Iatronet , 2/9/2025 ).
Είναι προφανές ότι αυτή η αύξηση της ιδιωτικής δαπάνης υγείας, σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στην κατάσταση που επικρατεί στις δημόσιες δομές υγείας και στην αδυναμία τους να καλύψουν έγκαιρα και αποτελεσματικά τις ανάγκες των πολιτών. Το ΕΣΥ σήμερα, σε κραυγαλέα αντίθεση με αυτά που λέει καθημερινά ο υπουργός Υγείας, έχει αποδιοργανωθεί πλήρως και τα διαλυτικά φαινόμενα που επικρατούν στις δημόσιες δομές υγείας (ειδικά στα επαρχιακά νοσοκομεία) δεν μπορούν να κρυφτούν. Τμήματα αναστέλλουν τη λειτουργία τους, χειρουργεία αναβάλλονται, τακτικά εξωτερικά ιατρεία κρίσιμων ειδικοτήτων ( πχ παθολογικά) δεν λειτουργούν, κλινικές εφημερεύουν με μετακινούμενους γιατρούς από άλλους νομούς, υποστελεχωμένα ΤΕΠ καλύπτουν τις ανάγκες καθημερινής εφημερίας με γιατρούς των Κέντρων Υγείας και αγροτικούς γιατρούς. Αυτή η κατάσταση «παράγει» κόπωση και απογοήτευση του προσωπικού, υποχώρηση των standards ασφαλείας και ταλαιπωρία των ασθενών. Το κύμα παραίτησης και φυγής ειδικευόμενων και ειδικευμένων γιατρών έχει πάρει δραματικές διαστάσεις, ενώ οι προκηρύξεις για μόνιμες ιατρικές θέσεις στα νοσοκομεία της περιφέρειας βγαίνουν «άγονες» , παρά τις κυβερνητικές μεγαλοστομίες για αυξημένα κίνητρα προσέλκυσης στις δυσπρόσιτες και νησιωτικές περιοχές. Το πιο σημαντικό όμως, είναι ότι έχουν αλλάξει η φιλοσοφία, οι αρχές και οι προτεραιότητες του ΕΣΥ. Από εγγυητής του κοινωνικού δικαιώματος στην υγεία, μεταλλάσσεται σιγά – σιγά σε χώρο παροχής διαφοροποιημένων υπηρεσιών ανάλογα με το “πορτοφόλι” του ασθενή, αυξάνοντας με ακραίο τρόπο τις υγειονομικές ανισότητες. Έτσι ακυρώνεται στην πράξη η στρατηγική της καθολικής κάλυψης υγείας, αφού από το «υγεία για όλους», οδηγούμαστε στο «υγεία για όσους έχουν λεφτά»!
Η πλήρης αποδόμηση του δημόσιου συστήματος υγείας έχει ήδη επισυμβεί. Ένα σημαντικό κομμάτι των γιατρών του ΕΣΥ είναι «με το ένα πόδι» στον ιδιωτικό τομέα και αναζητούν πελατεία για να συμπληρώσουν το εισόδημα τους, οι ιδιώτες γιατροί που εφημερεύουν στα νοσοκομεία αμείβονται πολύ περισσότερο από τους μόνιμους και τους επικουρικούς γιατρούς, ενώ οι ασφαλιστικές εταιρείες διεκδικούν συμπράξεις με τα δημόσια νοσοκομεία και ρόλο στη διοίκηση τους. Αυτή η αποδιοργάνωση του ΕΣΥ δεν είναι «ατύχημα» , δεν είναι αντικειμενική εξέλιξη λόγω της πανδημικής κόπωσης, δεν είναι διαχειριστική ανικανότητα ή ολιγωρία. Είναι πολιτικό σχέδιο που υλοποιείται μεθοδικά. Και δεν αφήνει κανένα περιθώριο βελτίωσης της κατάστασης στην επόμενη χρονιά.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η σημερινή πορεία απαξίωσης και λειτουργικής κατάρρευσης του ΕΣΥ μπορεί να αντιστραφεί και αν υπάρχει εναλλακτική στρατηγική διάσωσης και αναδιοργάνωσης της δημόσιας περίθαλψης. Η απάντηση είναι ΝΑΙ, υπό τις εξής κρίσιμες προϋποθέσεις:
1. να δρομολογηθεί μια γενναία επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό του ΕΣΥ, που θα αντιστρέψει την κατάρρευση ηθικού του προσωπικού και θα στείλει το μήνυμα σε υγειονομικούς και κοινωνία ότι το ΕΣΥ έχει μέλλον και προοπτική. Αν δεν αλλάξουν ριζικά οι αφόρητες εργασιακές συνθήκες στο σύστημα υγείας, η έλλειψη προσφοράς επαγγελματιών υγείας θα συνεχιστεί. Οι γιατροί , οι νοσηλευτές και το υπόλοιπο προσωπικό του ΕΣΥ δεν θέλουν απλώς αυξήσεις στις -απαράδεκτα χαμηλές- αποδοχές τους. Ούτε μόνο ένταξη στα ΒΑΕ και ειδικά κίνητρα για τις άγονες περιοχές και τα «άγονα» τμήματα/κλινικές σε όλη τη χώρα. Θέλουν ασφάλεια, σεβασμό, αναγνώριση, ποιότητα ζωής, θέλουν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους χωρίς την πίεση και το άγχος των ανεπαρκειών του συστήματος, χωρίς να απειλούνται συνεχώς από τη «βιομηχανία» των μηνύσεων και των αγωγών για malpractice και ιατρικά λάθη, που στις περισσότερες περιπτώσεις οφείλονται σε συστημικούς λόγους και όχι σε ανθρώπινη αμέλεια .
2. να υλοποιηθεί μια στρατηγική σύγκλισης με τους μέσους ευρωπαϊκούς όρους στις δημόσιες δαπάνες υγείας ( 7,5% του ΑΕΠ). Αυτή είναι μια πολιτική επιλογή, που απαιτεί άλλες κοινωνικές προτεραιότητες και άλλες ιεραρχήσεις στις δαπάνες του κράτους.
3. να ακυρωθούν οι σχεδιασμοί για στρατιωτικούς υπερεξοπλισμούς (28 δισ. ευρώ στα επόμενα 10 χρόνια). Όσο η Ελλάδα παραμένει στην πρώτη θέση της Ευρώπης στις στρατιωτικές δαπάνες ( 3,23% του ΑΕΠ) και όσο υπερθεματίζει στην κούρσα εξοπλισμών της ΕΕ (Rearm Europe) και του ΝΑΤΟ , πρέπει να ξεχάσουμε τη σοβαρή αναβάθμιση του ΕΣΥ και της Δημόσιας Υγείας . Το δίλημμα «πολεμική οικονομία ή κοινωνικό κράτος» είναι πολύ σκληρό και μας αφορά ως χώρα.
4. να διεκδικήσουμε «ρήτρα διαφυγής» από το δημοσιονομικό σύμφωνο της Ευρώπης για τις δαπάνες υγείας όλων των χωρών που αποκλίνουν από τα ευρωπαϊκά standards , όπως η Ελλάδα.
5. να δρομολογηθεί η απο-ιδιωτικοποίηση του ΕΣΥ και η ριζική αναδιοργάνωση του. Χωρίς την «ολική επαναφορά» στις ιδρυτικές αρχές και αξίες του δημόσιου συστήματος υγείας αλλά και χωρίς μια δέσμη προοδευτικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων, κάθε προσπάθεια ενίσχυσης του ΕΣΥ θα είναι ατελέσφορη.
γιατρού του νοσοκομείου Ρεθύμνου και πρώην υπουργού Υγείας, στο Nonpapers.gr











