Στο πολυσύνθετο αυτό νομικό και περιβαλλοντικό ερώτημα, η απάντηση είναι καταφατική, αλλά όχι άνευ όρων. Η συνύπαρξη δασικής προστασίας και Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας δεν μπορεί να νοηθεί ως γενική άδεια εγκατάστασης έργων ΑΠΕ σε κάθε δάσος, δασική ή αναδασωτέα έκταση. Ούτε, όμως, μπορεί να αντιμετωπίζεται κάθε έργο ΑΠΕ ως εξ ορισμού εχθρικό προς το δασικό περιβάλλον. Το ισχύον δίκαιο κινείται ακριβώς πάνω σε αυτή τη λεπτή ισορροπία.

Αφετηρία παραμένει το άρθρο 24 του Συντάγματος, το οποίο επιβάλλει αυξημένη προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων, ενώ το άρθρο 117 παρ. 3 κατοχυρώνει το αυστηρό καθεστώς των αναδασωτέων εκτάσεων. Η αναδάσωση δεν είναι διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης, αλλά συνταγματική υποχρέωση. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε επέμβαση αποκλείεται απολύτως. Η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει δεχθεί ότι επεμβάσεις μπορούν να επιτραπούν μόνο κατ’ εξαίρεση, όταν προβλέπονται από τον νόμο, υπηρετούν σοβαρό δημόσιο συμφέρον, αιτιολογούνται ειδικά και περιορίζονται στο απολύτως αναγκαίο μέτρο.

Στο επίπεδο της ειδικής δασικής νομοθεσίας, κρίσιμο είναι το άρθρο 53 του ν. 998/1979, το οποίο προβλέπει ότι για έργα υποδομής και εγκατάστασης σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ, καθώς και για τα συνοδά έργα σύνδεσης, μέσα σε δάση, δασικές, αναδασωτέες και ορισμένες δημόσιες εκτάσεις, απαιτείται έγκριση επέμβασης. Η ίδια διάταξη θέτει σαφείς αρνητικούς φραγμούς, όπως η απαγόρευση εκτέλεσης των έργων στους πυρήνες εθνικών δρυμών, στα αισθητικά δάση και στα κηρυγμένα μνημεία της φύσης, ενώ ειδικά για φωτοβολταϊκούς σταθμούς προβλέπει απαγόρευση σε δάση και αναδασωτέες εκτάσεις.

Η νομολογία έχει δώσει πρακτικό περιεχόμενο σε αυτή τη στάθμιση. Με τη ΣτΕ Ολ 2499/2012 κρίθηκε ότι, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας των ΑΠΕ για την ενεργειακή επάρκεια και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, μπορεί κατ’ αρχήν να εγκριθεί αιολικό έργο ακόμη και σε αναδασωτέα έκταση, υπό αυστηρή ειδική αιτιολογία. Η γραμμή αυτή επαναλαμβάνεται στη ΣτΕ 2579/2018, με παραπομπή και στη ΣτΕ 696/2016: η έγκριση δεν μεταβάλλει τον νομικό χαρακτήρα της αναδασωτέας έκτασης, αλλά επιτρέπει προσωρινή και συγκεκριμένη επέμβαση, με υποχρέωση αποκατάστασης μετά την παύση της δραστηριότητας.

Παράλληλα, η ΣτΕ 1421/2013 δέχθηκε τη νομιμότητα του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ και αναγνώρισε ότι οι ειδικές χωροταξικές ρυθμίσεις έχουν δεσμευτική σημασία κατά την αδειοδότηση έργων. Δεν αρκεί, επομένως, η επίκληση της πράσινης ενέργειας· απαιτείται χωροταξική συμβατότητα, περιβαλλοντική αδειοδότηση, εξέταση εναλλακτικών λύσεων και ειδική εκτίμηση των επιπτώσεων στο δασικό οικοσύστημα.

Η πρόσφατη ευρωπαϊκή κατεύθυνση, ιδίως μετά την Οδηγία (ΕΕ) 2023/2413, ενισχύει την επιτάχυνση των ΑΠΕ μέσω περιοχών επιτάχυνσης, χωρίς όμως να καταργεί την περιβαλλοντική προστασία. Η ελληνική έννομη τάξη, με τον ν. 4951/2022 και τις μεταγενέστερες πρωτοβουλίες ενσωμάτωσης της RED III, κινείται προς απλούστευση της αδειοδότησης, αλλά το Σύνταγμα εξακολουθεί να λειτουργεί ως όριο.

Συνεπώς, δάση, δασικές και αναδασωτέες εκτάσεις μπορούν να συνυπάρξουν με τις ΑΠΕ μόνο όταν το έργο δεν αντιμετωπίζεται ως απλή επενδυτική ευκαιρία, αλλά ως δημόσια αναγκαιότητα που τεκμηριώνεται αυστηρά, χωροθετείται ορθολογικά και αφήνει το μικρότερο δυνατό αποτύπωμα στο δασικό περιβάλλον.