Δεν είναι λίγοι εκείνοι που θεωρούν πως η «κολλημένη βελόνα» του ΠΑΣΟΚ – που εσχάτως άρχισε να κινείται αλλά όχι προς την προσδοκώμενη κατεύθυνση – οφείλεται στα αντικρουόμενα μηνύματα που στέλνει το κόμμα στους ψηφοφόρους του. Από τη μια η Άννα Διαμαντοπούλου που τοποθετεί το όριο της μη συνεργασίας με τη Νέα Δημοκρατία μέχρι τις εκλογές, από την άλλη ο Χάρης Δούκας που υπαινίσσεται ότι αν το κόμμα του Τσίπρα είναι δεύτερο τότε το ΠΑΣΟΚ θα πρέπει να γίνει «ουρά» του για να ανατρέψει τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Όπως όμως σε πολλές περιπτώσεις συμβαίνει, μπερδεύουμε το σύμπτωμα με το ίδιο το πρόβλημα. Το βασικό ζήτημα του ΠΑΣΟΚ είναι πως έχει απωλέσει τον λόγο ύπαρξής του, περίπου εδώ και μια δεκαετία. Τα τελευταία χρόνια του Ανδρέα και στη συνέχεια η περίοδος Σημίτη κατά την οποία χωρούσαν στη Χαριλάου Τρικούπη από τον Μάνο και τον Ανδριανόπουλο μέχρι τον Μίμη Ανδρουλάκη, αποϊδεολογικοποίησαν το κόμμα και το κατέστησαν ένα κουφάρι με ιδεολογία… την εξουσία. Όταν αυτή χάθηκε και η απόσταση από την κατάληψή της ήταν μεγαλύτερη της μιας ή δύο τετραετιών, τότε τα «ποντίκια» πήδηξαν από το καράβι και μην τα είδατε.

Για τα δεδομένα της εποχής μάλιστα το ΠΑΣΟΚ έχει επιδείξει και εξαιρετική ανθεκτικότητα φτάνοντας από το 4,5% της εποχής Βενιζέλου στο 10%+ επί Ανδρουλάκη. Μπορεί τα στελέχη που δίνουν τη μάχη για την ανάταξη του κόμματος να θεωρούν πως πρόκειται για τον καρπό των δικών τους προσπαθειών – καθένας το ίδιο θα πίστευε- όμως στην πραγματικότητα πρόκειται για μια συγκυρία κατά την οποία εξέλειπε κάποια συστημική μεν, αντιπολιτευτική δε φωνή ώστε να παίξει το ρόλο του «αντίβαρου» στην κυβέρνηση αλλά και μια παραφιλολογία περί «της εποχής του Ανδρέα» που «δέναμε τα σκυλιά με τα λουκάνικα» και «ΠΑΣΟΚ, ωραία χρόνια» που έσβησαν – πιθανότατα άθελά τους – τις μνήμες από τα μνημονιακά χρόνια, όταν το να δηλώνεις ΠΑΣΟΚ ήταν λίγο πιο επικίνδυνο από το να δηλώνεις φίλος του Παναθηναϊκού στη Θύρα 7.

Η εξήγηση της εν λόγω «ανθεκτικότητας» βρίσκεται, για όποιον την ψάχνει, στις «ρίζες» που είχε το ΠΑΣΟΚ στην κοινωνία, από την αυτοδιοίκηση μέχρι τον συνδικαλισμό. Για του λόγου το αληθές, μπορεί κανείς να δει τι συνέβη στον ΣΥΡΙΖΑ ο οποίος δεν πρόλαβε – και δεν μπόρεσε – να αποκτήσει αντίστοιχες «ρίζες».

Οι θετικά διακείμενοι προς την κυβέρνηση βλέπουν το ΠΑΣΟΚ σαν έναν πράσινο ΣΥΡΙΖΑ, ενώ εκείνοι του πάλαι ποτέ ΣΥΡΙΖΑ σαν τον δυνητικό σύμμαχο της Νέας Δημοκρατίας. Και το πρόβλημα είναι πως έχουν και οι δύο δίκιο. Το ΠΑΣΟΚ στην πραγματικότητα είναι πια ασπόνδυλο, έτοιμο να πάρει οποιοδήποτε σχήμα του επιφυλάξουν οι ψηφοφόροι, χωρίς μια βασική ιδεολογική ραχοκοκαλιά. Οι δεσμοί με την κοινωνία με τα χρόνια ατόνησαν, η εξουσία παραμένει μακρινή για να λειτουργήσει ως συνεκτικό στοιχείο και το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να κοντράρει ούτε ένα νεοσύστατο προσωποκεντρικό κόμμα από το οποίο χάνει δημοσκοπικά από την πρώτη μέρα. Δεν θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά με ένα κόμμα που «πουλά»… σκληρή αντιπολίτευση την ώρα που ψηφίζει το μεγαλύτερο μέρος του «κυβερνητικού έργου».

Όταν όμως επιμένεις να ισορροπείς σε δύο βάρκες, τη στιγμή που θα ανοίξουν και θα πέσεις στο νερό, αμφότερες θα έχουν απομακρυνθεί αρκετά για να μπορέσεις να πιαστείς έστω στη μια.