Οι γεωπολιτικές εξελίξεις των τελευταίων εβδομάδων, με επίκεντρο τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, αναζωπυρώνουν τους φόβους για μια νέα ενεργειακή και πληθωριστική κρίση στη διεθνή οικονομία. Το εύρος μάλιστα των αρνητικών επιπτώσεων του πολέμου, σε ένα τέτοιο περιβάλλον έντονης αβεβαιότητας, είναι δύσκολο να προβλεφθεί. Συνδέεται κυρίως με τη διάρκεια και το ενδεχόμενο κλιμάκωσης των πολεμικών συγκρούσεων, καθώς και την έκταση των ζημιών σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές που θα καθορίσουν και το μέγεθος της διαταραχής στις ροές και τις τιμές της ενέργειας και κατά συνέπεια στον πληθωρισμό.

Προς το παρόν πάντως, αξίζει να επισημανθεί ότι οι διεθνείς αγορές έχουν δείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, προεξοφλώντας το καλό σενάριο των εξελίξεων για μία έντονη αλλά βραχυχρόνια διαταραχή. Εάν η διαταραχή παραταθεί, οι επιπτώσεις θα περάσουν σταδιακά από τα ενεργειακά προϊόντα στις εφοδιαστικές αλυσίδες και τότε οι αγορές είναι βέβαιο ότι θα (ανα)τιμολογήσουν προς το δυσμενέστερο τον κίνδυνο. Οι πιέσεις στον πληθωρισμό, στην ανάπτυξη και στα δημόσια οικονομικά θα ενταθούν, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο. Οι συνέπειες πάντως αυτού του πολέμου ίσως μας συνοδεύουν για καιρό.

Με δεδομένη την αντικειμενική δυσκολία να εκτιμήσουμε το μέγεθος των μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων επιπτώσεων του εξελισσόμενου πολέμου, είναι ίσως πιο χρήσιμο να αναδείξουμε στη συνέχεια ορισμένες διαπιστώσεις και διδάγματα από τις κρίσεις των τελευταίων ετών. Μεταξύ αυτών:

Πρώτον, οι διεθνείς κρίσεις φαίνεται να είναι πιο συχνές, πιο έντονες και πιο δύσκολο να προβλεφθούν. Μεταδίδονται μάλιστα πολύ γρήγορα από τη μία άκρη του κόσμου έως την άλλη, επηρεάζοντας δυσανάλογα τις οικονομίες και τους κλάδους με κριτήρια την ενεργειακή τους εξάρτηση και τυχόν άλλα διαρθρωτικά προβλήματα. Πράγματι, την τελευταία επταετία είχαμε τρεις τουλάχιστον διαταραχές που έλαβαν χαρακτηριστικά διεθνών κρίσεων: την υγειονομική κρίση του COVID-19, τον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας, με την ενεργειακή κρίση που ακολούθησε, και την τρέχουσα κρίση του πολέμου στη Μέση Ανατολή.

Δεύτερον, αξίζει να επισημανθεί ότι σε ένα τέτοιο διεθνοποιημένο περιβάλλον οι συνέπειες των κρίσεων φαίνεται να είναι εντονότερες και με μεγαλύτερη διάρκεια για μία μικρή, ανοικτή και ευάλωτη οικονομία με δομικές αδυναμίες (υψηλό χρέος, έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών κ.ά.) όπως η ελληνική. Όπως έδειξε η πρόσφατη εμπειρία, η άνοδος του πληθωρισμού κατά την διάρκεια της ενεργειακής κρίσης που ακολούθησε την επέμβαση της Ρωσίας στην Ουκρανία ήταν μεγαλύτερη για την ελληνική οικονομία και εξακολουθεί να παραμένει έως σήμερα σε σημαντικά υψηλότερα επίπεδα σε σχέση με το μέσο όρο των χωρών της Ευρωζώνης (Φεβρουάριος 2026: Ελλάδα 3,1%, Ευρωζώνη: 1,9%). Η πιο αργή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού στην Ελλάδα φαίνεται ότι συνδέεται με τις σημαντικές αδυναμίες στην παραγωγική της βάση, την έλλειψη ανταγωνισμού αλλά και τα πιο συχνά φαινόμενα αισχροκέρδειας εξαιτίας και της δυσκολίας ελέγχου και εποπτείας της αγοράς.

Η διαπίστωση αυτή επιβάλει για την χώρα μας την άμεση λήψη μέτρων συγκράτησης του πληθωρισμού στα πρώτα κιόλας στάδια των διεθνών ενεργειακών αναταραχών όπως και η σημερινή. Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε πλεονεκτική θέση έναντι άλλων χωρών χάρη στη δημοσιονομική πειθαρχία και στη σημαντική βελτίωση των δημόσιων οικονομικών της τα τελευταία χρόνια, γεγονός που της επιτρέπει την λήψη πιο άμεσων και πιο δυναμικών μέτρων συγκράτησης του πληθωρισμού και στήριξης των νοικοκυριών από την ακρίβεια.

Τρίτον, οι διεθνείς κρίσεις επηρεάζουν άνισα τις επιμέρους οικονομίες και κλάδους με βασική παράμετρο να αναδεικνύεται πλέον η ενεργειακή τους εξάρτηση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η σημαντική εξάρτηση της ευρωπαϊκής οικονομίας από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο (καθαρός εισαγωγέας ενέργειας) που την καθιστά πιο ευάλωτη σε μεγάλες αυξήσεις των τιμών της ενέργειας οι οποίες σταδιακά διαχέονται και στις άλλες κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών. Η ενεργειακή εξάρτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), όπως συνήθως ορίζεται ως το ποσοστό των καθαρών εισαγωγών ενέργειας προς την ακαθάριστη διαθέσιμη ενέργεια, παραμένει υψηλή με βάση τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat (57,2% το 2024) παρά τις ανακατατάξεις των τελευταίων ετών που επέβαλε η κρίση του πολέμου στην Ουκρανία. Δυσανάλογα υψηλότερη και αυξανόμενη διαχρονικά είναι η αντίστοιχη ενεργειακή εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας που έφτασε το 78% το 2024. Η εξάρτηση μάλιστα της Ελλάδας την τελευταία δεκαετία καταγράφει μια σημαντική επιδείνωση σε σχέση με τον μέσο όρο των χωρών της ΕΕ, γεγονός που αντανακλά κυρίως εθνικές επιλογές ενεργειακής πολιτικής με επίκεντρο και την «πράσινη» μετάβαση.

Οι διαπιστώσεις αυτές επιτάσσουν την άμεση ανάγκη για σταδιακή ενεργειακή απεξάρτηση της Ευρώπης και της χώρας μας από τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα. Μια συνεκτική και συνεπής ευρωπαϊκή και εθνική στρατηγική στην κατεύθυνση αυτή, θα θωρακίσει σε σημαντικό βαθμό τις οικονομίες αυτές από τις πιο συχνές και πολύ πιο έντονες πλέον διακυμάνσεις των διεθνών τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Η επιλογή μιας νέας ενεργειακής εξάρτησης από τις ΗΠΑ (αντί της Ρωσίας) με το ακριβότερο υγροποιημένο φυσικό αέριο, δεν φαίνεται να ενισχύει την ενεργειακή αυτονομία και ασφάλεια της Ευρώπης.

Στο πλαίσιο αυτό, η Ευρώπη φαίνεται να στέκεται ιδιαίτερα αδύναμη και μάλλον κατώτερη των περιστάσεων στην αντιμετώπιση των πρόσφατων διεθνών κρίσεων. Στερείται κάθε έννοιας ενιαίας εξωτερικής πολιτικής και φαντάζει να ακολουθεί τις εξελίξεις χωρίς να μπορεί να τις επηρεάσει. Η αναζήτηση μιας κοινής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής και η χάραξη μιας ευρωπαϊκής στρατηγικής ενεργειακής αυτονομίας αποτελούν σήμερα ίσως τις μεγαλύτερες προκλήσεις της ενωμένης Ευρώπης. Ο δρόμος προς το όραμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης είναι ακόμα μακρύς και γίνεται όλο και πιο δύσκολος εξαιτίας των γεωπολιτικών εντάσεων και διεθνών κρίσεων. Πρέπει όμως να διαφυλαχτεί. Μια Ευρώπη στο περιθώριο των διεθνών εξελίξεων, δεν θα είναι σε θέση να υπερασπιστεί θεμελιώδεις αξίες, όπως είναι η ασφάλεια και η ευημερία των πολιτών της. Οφείλει άμεσα να ανασυνταχθεί και με ενιαία εξωτερική πολιτική να ασκήσει αποτελεσματική πολιτική εξουσία σε έναν δυναμικό, εξαιρετικά ασύμμετρο και ολοένα πιο ασταθές και απρόβλεπτο διεθνές περιβάλλον.