Πρόσφατα το Υπ. Παιδείας ανακοίνωσε των αριθμό των εγγεγραμμένων στην πρώτη τάξη των δημοσίων δημοτικών σχολείων για το σχολικό έτος 2026-2027 (σχεδόν 70 χιλ. παιδιά έναντι 71,2 χιλ. το 2025-2026).
Τμήμα των ΜΜΕ, ανέδειξε το θέμα συνδέοντας την μείωση αυτή με το «δημογραφικό» (μείωση των γεννήσεων από 117 χιλ. το 2009 σε 84,6 το 2020). Από τη σύγκριση δε των εγγραφών το 2026-27 με τον αριθμό των γεννήσεων έξι χρόνια πριν (84,6 χιλ.) από τις οποίες προέρχεται το σύνολο σχεδόν των παιδιών που θα παρακολουθήσουν τα μαθήματα της πρώτης τάξης ενός δημόσιου δημοτικού του χρόνου διαπιστώνεται μια μεγάλη απόκλιση (70 -84,6 = -14,6 χιλ). Η απόκλιση αυτή οφείλεται αφενός μεν ένα τμήμα των παιδιών που γεννήθηκαν το 2020 δεν διαμένει πλέον στη χώρα μας έχοντας μεταναστεύσει με τους γονείς τους ενώ ένα άλλο τμήμα θα εγγραφεί στην πρώτη τάξη στα μεγάλα αστικά κέντρα σε ιδιωτικά εκπαιδευτήρια στα οποία δεν καταγράφεται μείωση των εγγραφών (6,5 χιλ. το 2015-16 -ΕΛΣΤΑΤ- και 7,5-8,0 χιλ. το 2026-2027 -εκτίμηση-). Αντιθέτως στα δημόσια δημοτικά η μείωση είναι σημαντική: 105,4 χιλ. το 2015-16 και 70 χιλ. το 2026-27 (-35,4 χιλ. και -33,6%). Με βάση το δεδομένο αυτό αυξάνεται και το % των μαθητών της α‘ δημοτικού στα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια από το 6,5% του συνόλου το 2015-16 (ΕΛΣΤΑΤ) στο 10% -εκτίμηση – ένδεκα χρόνια αργότερα. Λαμβάνοντας δε υπ’ όψη ότι τα ιδιωτικά σχολεία βρίσκονται μόνον στα μεγάλα αστικά κέντρα, μπορούμε βασιμά να ισχυρισθούμε ότι σε αρκετά από τα κέντρα αυτά 1 στα 8 «πρωτάκια» θα εγγραφούν του χρόνου σε ιδιωτικά σχολεία. Είναι επίσης προφανές ότι άνευ ριζικών ανατροπών, οι εγγραφές στην α’ τάξη ενός δημόσιου δημοτικού 6 χρόνια αργότερα (το 2032-33) και με δεδομένο ότι οι γεννήσεις του 2025 ανέρχονται σε 65 χιλ., στην περίπτωση ενός μηδενικού μεταναστευτικού ισοζυγίου των ηλικιών αυτών στο μεσοδιάστημα, δεν θα υπερβούν τις 55 χιλ. (-15 χιλ. σε σχέση με το 2026-27, δηλ. μια μείωση κατά 21,5% σε μια μόλις εξαετία).
Η επίπτωση της συνεχιζόμενης μείωσης των γεννήσεων και στον αριθμό των εγγραφών είναι προφανής, αν και σημαντικά διαφοροποιημένη. Αντιστρέφοντας δε την σχέση αυτή, θα θέσουμε το ερώτημα κατά ποσό το δημόσιο δημοτικό σχολείο σήμερα στη χώρα μας, εκτός των άλλων, διευκολύνει στα μεγάλα κυρίως αστικά κέντρα δυο εργαζομένους γονείς να συνδυάσουν επαγγελματική και οικογενειακή ζωή, να ελαχιστοποιήσουν το κόστος εκπαίδευσης των παιδιών τους και να αποκτήσουν των αριθμό παιδιών που επιθυμούν. Τι όμως θα έπρεπε να προσφέρει ένα δημόσιο σχολείο στους γονείς αυτούς για να πληροί τις αναμονές που έχουν για τα παιδιά τους διευκολύνοντας τους ταυτόχρονα στην εργασία τους; Θα έπρεπε, εκτός από ένα ασφαλές και ποιοτικό κτηριακό περιβάλλον και καλά καταρτισμένους εκπαιδευτικούς να διαθέτει σύγχρονα εκπαιδευτικά μέσα και χώρους δημιουργίας και άθλησης, έναν περιορισμένο αριθμό μαθητών ανά τάξη και δυνατότητα υποστήριξης των μαθησιακών τους δυσκολίων, να λειτουργεί με διευρυμένο ωράριο (αλλά όχι σαν «παρκινγκ»), προσφέροντας με την συνδρομή του κατάλληλου προσωπικού κάποιες βασικές δραστηριότητες (βοήθεια των παιδιών για την κυρία εκπαιδευτική διαδικασία, εξοικείωση με τις ξένες γλώσσες, την τέχνη και τον πολιτισμό, κάποιας αθλητικής δραστηριότητας ή ακόμη καλλιέργεια κάποιων δεξιοτήτων τους). Θα όφειλε δηλ. αφενός μεν να μην είναι μόνον ένας χώρος μετάδοσης γνώσεων αλλά και ολόπλευρης ανάπτυξης των παιδιών, αφετέρου δε να διευκολύνει σημαντικά τους εργαζομένους γονείς τους οι οποίοι προφανώς δεν έχουν από ένα τέτοιο σχολείο κάποιες «εξωφρενικές» απαιτήσεις (εξοικείωση με το βιολοντσέλο, γήπεδο τένις και κλειστή θερμαινόμενη πισινά, η ακόμη μαθήματα κλασσικού χορού..).
Η μη ύπαρξη τέτοιων δημόσιων δημοτικών σχολείων, παρόλες τις βελτιώσεις των τελευταίων ετών, είναι μια μόνον από τις παραμέτρους που επηρεάζουν τις γεννήσεις. Οι επιλογές των νέων γονέων είναι περιορισμένες, ποσό μάλλον όταν δεν διαθέτουν ιδιόκτητη κατοικία (βλ. στεγαστική κρίση). Ένα τμήμα τους που δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να προσφύγει σε ιδιωτικά σχολεία που παρέχουν κάποια από τα προαναφερόμενα (σίγουρα όμως διευρυμένο ωράριο χωρίς να είναι παρκινγκ) θα προσφύγει στο δημόσιο δημοτικό. Στη περίπτωση αυτή, σε συνεργασία συνήθως με τους ανιόντες, θα προσπαθήσουν να περιορίσουν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν για να συνδυάσουν οικογένεια και εργασία, προσφεύγοντας ταυτόχρονα και σε υπηρεσίες του ιδιωτικού τομέα που κοστίζουν για να καλύψουν κάποιες από τις εξωσχολικές ανάγκες των παιδιών τους, με αποτέλεσμα να μην αποκτήσουν τον αριθμό των παιδιών που θα επιθυμούσαν.
Κάποιοι άλλοι, θα προσφύγουν στην ιδιωτική εκπαίδευση η οποία όμως επιβαρύνει τον οικογενειακά προϋπολογισμό. Αν η επιβάρυνση αυτή δεν είναι σημαντική, πιθανότατά, όλων των άλλων παραμέτρων αδρανοποιημένων, δεν θέτει ιδιαίτερα προβλήματα για την δημιουργία της οικογένειας που θα επιθυμούσαν να αποκτήσουν. Αυτό όμως ισχύει για μια μειοψηφία, καθώς ένα αυξανόμενο τμήμα των μεσαίων κυρίως στρωμάτων που δεν διαθέτει «απεριορίστους» πόρους στα μεγάλα αστικά κέντρα «επιλεγεί» τα τελευταία χρονιά (ή σκέφτεται να «επιλέξει» αν αποκτήσει παιδί) ένα ιδιωτικό δημοτικό. Στην περίπτωση αυτή -και, πάντοτε όλων των άλλων παραμέτρων αδρανοποιημένων-, όταν τα εισοδήματα τους (τρέχοντα και αναμενόμενα) δεν τους επιτρέπουν να αποκτήσουν τον αριθμό των παιδιών που επιθυμούν, θα περιορίσουν και το μέγεθος της οικογενείας τους.
Και στις δυο όμως περιπτώσεις (προσφυγή σε δημόσιο ή ιδιωτικό δημοτικό) για την πλειοψηφία των νεότερων γενεών στα μεγάλα κυρίως αστικά κέντρα, και λαμβάνοντας υπόψη και την ανεπαρκέστατη κάλυψη των αναγκών από το δημόσιο σύστημα των παιδιών προσχολικής εκπαίδευσής και των εργαζομένων γονέων τους, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: αδυναμία δημιουργίας της οικογένειας που επιθυμούν, γεγονός που επηρεάζει αναπόφευκτα και τις γεννήσεις που καταγράφονται ετησίως στη χώρα μας.








