Οι δηλώσεις της κυβέρνησης για τις εξελίξεις στη Βενεζουέλα, ανοίγουν μια βαθιά και ανησυχητική συζήτηση για τον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα τοποθετείται απέναντι στο διεθνές δίκαιο σε μια περίοδο ακραίου αναθεωρητισμού και γεωπολιτικής ρευστότητας.
Τι μήνυμα εκπέμπει η χώρα στους προς γείτονες και συμμάχους, όταν ο πρωθυπουργός δηλώνει πως «δεν είναι η στιγμή να σχολιάσουμε τη νομιμότητα των πρόσφατων ενεργειών»;
Πρακτικά φαίνεται να αποδέχεται, έστω και νοητά, τη λογική ότι η ισχύς μπορεί να προηγείται του δικαίου. Πρόκειται για μια τοποθέτηση που δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένα από τη γεωγραφία και την ιστορία της χώρας. Η Ελλάδα δεν είναι μια δύναμη απομακρυσμένη από ζώνες έντασης, αντιθέτως έχει απέναντί της την Τουρκία, έναν αναθεωρητικό γείτονα που απειλεί διαρκώς τα χωρικά μας ύδατα, αμφισβητεί τη Συνθήκη της Λωζάνης, παραβιάζει καθημερινά τον εναέριο χώρο και διατηρεί επί δεκαετίες κατοχή στην Κύπρο.
Σε αυτό το πλαίσιο, η επιλεκτική επίκληση του διεθνούς δικαίου συνιστά πολιτικό ολίσθημα. Πώς μπορεί η Ελλάδα να καταδικάζει (ορθά) τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ενώ την ίδια στιγμή αποφεύγει να αρθρώσει έστω μία λέξη για τη νομιμότητα μιας στρατιωτικής επέμβασης στη Βενεζουέλα; Πώς μπορεί να επικαλείται το διεθνές δίκαιο απέναντι στην Άγκυρα, όταν εμφανίζεται να το θέτει «σε παρένθεση» αλλού;
Δεν είναι τυχαίο ότι σύσσωμος ο ελληνικός πολιτικός κόσμος αντέδρασε. Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ – Κίνηματος Αλλαγής, Νίκος Ανδρουλάκης, μίλησε για δήλωση «βαθιά προβληματική και πλήρως αναντίστοιχη προς την ιστορία της χώρας μας», τονίζοντας ότι «η ιστορία διδάσκει πως η πολιτική αλλαγή δεν έρχεται με τα όπλα και την εξωτερική παρέμβαση».
Ο Σωκράτης Φάμελλος πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ προειδοποίησε ότι η στάση αυτή «νομιμοποιεί όλες τις παράνομες επεμβάσεις σε βάρος της κυριαρχίας άλλων χωρών» και θέτει σε κίνδυνο και την Ελλάδα. Το ΚΚΕ έκανε λόγο για «κυνική και ντροπιαστική παρέμβαση», ενώ ο Αλέξης Χαρίτσης της Νέας Αριστεράς μίλησε για «δουλική στάση – όχι στο όνομα του ελληνικού λαού».
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και πρώην πρωθυπουργοί. Ο Αλέξης Τσίπρας προειδοποίησε ότι η χώρα «διατρέχει κινδύνους όταν επιλέγει τον ρόλο του πρόθυμου συμμάχου», ενώ ο Αντώνης Σαμαράς υπενθύμισε πως «οι αρχές του διεθνούς δικαίου δεν είναι ούτε επιλεκτικές ούτε τις επικαλούμαστε κατά το δοκούν», συνδέοντας ευθέως το ζήτημα με την Κύπρο, το Αιγαίο και τη Θράκη.
Ιδιαιτέρως ηχηρή ήταν και η αντίδραση από τη Βενεζουέλα. Ο Υπουργός Εξωτερικών της χώρας, Γιβάν Χιλ Πίντο, χαρακτήρισε «ανησυχητικό» το γεγονός ότι Έλληνας πρωθυπουργός υιοθετεί επιχειρήματα που, όπως είπε, «θυμίζουν τη σκοτεινή λογική που η Ευρώπη ορκίστηκε να μην επαναλάβει ποτέ», καλώντας τον να «εμβαθύνει στη μελέτη του διεθνούς δικαίου».
Πέρα από τις παραπάνω διατυπώσεις, η ουσία παραμένει, ότι οι δηλώσεις Μητσοτάκη δεν είναι απλώς ένα τυπικό σχόλιο για τη Βενεζουέλα. Διαμορφώνουν ένα επικίνδυνο προηγούμενο. Όταν μια χώρα που στηρίζει την ασφάλειά της στο διεθνές δίκαιο εμφανίζεται να αποδέχεται το «δίκαιο του ισχυρού», το μήνυμα προς την Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είναι σαφέστατο, όσο κι αν επιχειρείται να ωραιοποιηθεί, μοιάζει περισσότερο με δώρο παρά με διπλωματική τοποθέτηση!
Στην εποχή όπου οι ισορροπίες είναι «κρυστάλλινες», η εξωτερική πολιτική δεν αντέχει άλλα «yes sir» αντανακλαστικά. Ο σεβασμός στο διεθνές δίκαιο δεν μπορεί να είναι επιλεκτικός. Γιατί όταν γίνεται, δεν αποδυναμώνει μόνο τη διεθνή έννομη τάξη· αποδυναμώνει και τη χώρα που τον επικαλείται.
Διαβάστε επίσης:
Η Βενεζουέλα στη μετά Μαδούρο εποχή του Τραμπ
Άρθρο του Άγγελου Μ. Συρίγου στο Nonpapers.gr: Νέα δεδομένα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις











