Οι πρόσφατες δηλώσεις της Μαρίας Καρυστιανού για το ζήτημα των αμβλώσεων, με τις οποίες ένα κατοχυρωμένο δικαίωμα εμφανίζεται ως αντικείμενο «δημόσιας διαβούλευσης» και ως πεδίο υποτιθέμενης σύγκρουσης δικαιωμάτων, επαναφέρουν στον δημόσιο λόγο αντιλήψεις που στην Ελλάδα έχουν ήδη κριθεί. Όχι μόνο ως επιστημονικά και νομικά αβάσιμες, αλλά και ως κοινωνικά επικίνδυνες. Όταν η αυτοδιάθεση του σώματος τίθεται υπό όρους πλειοψηφικής αποδοχής, δεν πρόκειται για διάλογο, αλλά για οπισθοδρόμηση.
Το παρόν ιστορικό αφιέρωμα δεν γράφεται ως απάντηση σε ένα πρόσωπο ή μια μεμονωμένη δήλωση, αλλά ως απάντηση σε μια ολόκληρη λογική: τη λογική που μετατρέπει τα θεμελιώδη δικαιώματα σε ηθικά διλήμματα και τη γυναικεία ύπαρξη σε αντικείμενο κοινωνικής στάθμισης. Γιατί η ιστορία των εκτρώσεων στην Ελλάδα δείχνει με σαφήνεια τι συμβαίνει όταν το κράτος, η Εκκλησία ή η «κοινή γνώμη» διεκδικούν ρόλο ρυθμιστή πάνω στο σώμα των γυναικών: ανελευθερία, παρανομία, σιωπή, φόβος και απώλειες ζωών.
Δεν είναι, άλλωστε, η πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια που ο δημόσιος λόγος στη χώρα δοκιμάζει τα όρια των αναπαραγωγικών δικαιωμάτων. Ήδη από το 2019, η ανάρτηση αφίσας ενάντια στις εκτρώσεις στους σταθμούς του Μετρό από την οργάνωση «Αφήστε με να ζήσω», καθώς και το πρωτοσέλιδο της Sportime που επέλεξε να «τιμήσει την ημέρα του αγέννητου παιδιού», σηματοδότησαν μια οργανωμένη προσπάθεια επανανοηματοδότησης της άμβλωσης ως ηθικού εγκλήματος και της γυναίκας ως φορέα εθνικού καθήκοντος. Παρότι οι αφίσες αποσύρθηκαν έπειτα από κοινωνική κατακραυγή, το πολιτικό και ιδεολογικό τους αποτύπωμα παρέμεινε: ο δημόσιος χώρος μετατράπηκε σε πεδίο επίθεσης απέναντι σε ένα δικαίωμα που είχε κατακτηθεί με αγώνες και θεωρούνταν, έως τότε, αδιαπραγμάτευτο.
Αυτό το κλίμα δεν υπήρξε συγκυριακό. Υπήρξε το αποτέλεσμα μιας μακράς ιδεολογικής προετοιμασίας, όπου η δεξιά και η ακροδεξιά επανέφεραν σταδιακά τον λόγο περί «ηθικής τάξης», «δημογραφικής απειλής» και «φυσικού ρόλου της γυναίκας». Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, δηλώσεις σαν τις σημερινές δεν εμφανίζονται ως ακραίες, αλλά ως θεμιτές. Και ακριβώς γι’ αυτό καθίσταται αναγκαία η επιστροφή στην ιστορία: όχι από νοσταλγία, αλλά από ανάγκη μνήμης και πολιτικής εγρήγορσης.
Η ποινικοποίηση ως κρατική στρατηγική
Η ποινικοποίηση της άμβλωσης στην Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ ένα μεμονωμένο νομικό μέτρο, αποκομμένο από το ιστορικό του περιβάλλον. Αντίθετα, αποτέλεσε διαχρονικά εργαλείο κρατικής στρατηγικής, ενταγμένο σε ένα ευρύτερο πλέγμα εξουσίας που αφορούσε τη δημογραφία, την ηθική τάξη και τον κοινωνικό έλεγχο. Από τη συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους και καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα, το ζήτημα της αναπαραγωγής αντιμετωπίστηκε ως υπόθεση εθνικής σημασίας, στην οποία η γυναίκα καλούνταν να υπηρετήσει όχι τον εαυτό της, αλλά το κράτος, την οικογένεια και το έθνος.
Η εγκυμοσύνη μετατράπηκε σε δημόσια υπόθεση, ενώ η μητρότητα αναγορεύτηκε σε ηθικό και πατριωτικό καθήκον. Σε αυτό το πλαίσιο, η έκτρωση ποινικοποιήθηκε όχι πρωτίστως για να «προστατευτεί η ζωή», αλλά για να διασφαλιστεί η συμμόρφωση των γυναικών σε έναν προκαθορισμένο ρόλο. Το σώμα τους δεν τους ανήκε πλήρως· ήταν αντικείμενο νομοθετικής επιτήρησης, ιατρικού ελέγχου και ηθικής κρίσης.
Η καθημερινότητα της παρανομίας
Η ποινικοποίηση, όπως απέδειξε η ιστορική εμπειρία, δεν οδήγησε ποτέ στη μείωση των αμβλώσεων. Αντιθέτως, τις έσπρωξε στη σκιά, μετατρέποντάς τες σε μια επικίνδυνη και συχνά θανατηφόρα πρακτική. Για δεκαετίες, χιλιάδες γυναίκες στην Ελλάδα κατέφευγαν σε παράνομες εκτρώσεις, χωρίς ιατρική ασφάλεια, χωρίς υγειονομική υποστήριξη, πολλές φορές υπό άθλιες συνθήκες.
Η παρανομία δεν λειτουργούσε αποτρεπτικά· λειτουργούσε τιμωρητικά. Και η τιμωρία είχε ταξικό πρόσημο. Οι οικονομικά εύπορες γυναίκες μπορούσαν να αναζητήσουν «ασφαλέστερες» λύσεις, εντός ή εκτός χώρας. Οι φτωχότερες, οι ανύπαντρες, οι νεαρές, οι κοινωνικά αόρατες, πλήρωναν το τίμημα με την υγεία τους ή και με τη ζωή τους.
Η «ηθική» της απαγόρευσης αποδείχθηκε στην πράξη βαθιά υποκριτική. Δεν προστάτευε καμία ζωή. Παρήγαγε, όμως, συστηματικά πόνο, φόβο και θάνατο, ενώ καλλιεργούσε μια κουλτούρα σιωπής γύρω από τη γυναικεία εμπειρία.
Η αργή μετατόπιση: από το έγκλημα στην αυτοδιάθεση
Κυρίως η περίοδος από το 1960 σημαδεύτηκε από μια σταδιακή αλλά καθοριστική μετατόπιση στον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία και η επιστήμη αντιμετώπιζαν την άμβλωση. Το αναδυόμενο φεμινιστικό κίνημα ανέδειξε ότι το ζήτημα δεν είναι ηθικό αλλά κοινωνικό-πολιτικό, ζήτημα αυτοδιάθεσης του σώματος.
Η έκτρωση τα επόμενα χρόνια άρχισε να αντιμετωπίζεται ως ζήτημα υγείας και δικαιωμάτων των γυναικών και όχι ως ποινικό αδίκημα. Ταυτόχρονα, η γυναίκα αναγνωρίστηκε –έστω σταδιακά– ως πρόσωπο με βούληση, κρίση και δικαίωμα στον αυτοκαθορισμό. Αυτή η μετατόπιση δεν υπήρξε αυτονόητη ούτε εύκολη. Υπήρξε αποτέλεσμα συγκρούσεων, κοινωνικών αγώνων και πολιτικών διεκδικήσεων.
Το ψευδές ηθικό δίλημμα
Παρά τη συσσώρευση ιστορικής και επιστημονικής γνώσης, το αφήγημα περί «σύγκρουσης δικαιωμάτων» ανάμεσα στη γυναίκα και το έμβρυο επανέρχεται διαρκώς στον δημόσιο λόγο. Πρόκειται για ένα κατασκευασμένο δίλημμα, το οποίο αγνοεί τόσο το νομικό πλαίσιο όσο και τη βιοηθική πραγματικότητα.
Στο ευρωπαϊκό νομικό πολιτισμό, το δικαίωμα της γυναίκας στην αυτοδιάθεση του σώματός της είναι θεμελιώδες. Δεν (θα έπρεπε να) τίθεται σε στάθμιση με το έμβρυο, το οποίο δεν αναγνωρίζεται ως αυτόνομο υποκείμενο δικαίου. Η επίκληση της «καρδιακής λειτουργίας» λειτουργεί περισσότερο ως συναισθηματικός μοχλός πίεσης παρά ως σοβαρό επιχείρημα.
Η επιστήμη δεν καλείται να «διχαστεί». Καλείται να υπηρετήσει τη ζωή, την υγεία και την αξιοπρέπεια των ανθρώπων που ήδη υπάρχουν.
Δημόσια διαβούλευση ή θεσμική οπισθοδρόμηση
Η ιδέα ότι ένα θεμελιώδες δικαίωμα μπορεί να τεθεί σε δημόσια διαβούλευση, όπως διατυπώθηκε στις πρόσφατες δηλώσεις, συνιστά σοβαρή θεσμική οπισθοδρόμηση. Τα δικαιώματα δεν υπόκεινται σε δημοσκοπική έγκριση. Δεν εξαρτώνται από το τι «πιστεύει η πλειοψηφία». Αν ίσχυε αυτό, κανένα δικαίωμα δεν θα ήταν ασφαλές.
Η ιστορία διδάσκει ότι τα δικαιώματα κατοχυρώνονται ακριβώς για να προστατεύουν τα άτομα από τη μεταβλητότητα των κοινωνικών διαθέσεων και από την αυθαιρεσία της εξουσίας.
Η τομή του 1986 και το ιστορικό της βάρος
Η νομιμοποίηση των αμβλώσεων το 1986 αποτέλεσε ιστορική τομή. Δεν ήταν αποτέλεσμα ιδεολογικής μόδας, αλλά συμπύκνωση κοινωνικής εμπειρίας, επιστημονικής τεκμηρίωσης και πολιτικής ευθύνης. Το κράτος αναγνώρισε, έστω καθυστερημένα, ότι η ποινικοποίηση απέτυχε και ότι η προστασία της ζωής περνά μέσα από την αναγνώριση/προστασία των δικαιωμάτων των γυναικών.
Η ιστορία των εκτρώσεων στην Ελλάδα δείχνει καθαρά ότι κάθε φορά που το δικαίωμα τίθεται υπό αμφισβήτηση, ανοίγει ο δρόμος για τον κοινωνικό εκφοβισμό, την ανισότητα και τη βία. Η αυτοδιάθεση του σώματος δεν είναι θέμα γνώμης, ούτε αντικείμενο ηθικής ψηφοφορίας. Είναι θεμέλιο της δημοκρατίας.
Διαβάστε επίσης:
Αχτσιόγλου κατά Καρυστιανού για αμβλώσεις: «Τα θεμελιώδη δικαιώματα δεν τίθενται σε διαβούλευση»
Παύλος Μαρινάκης για τις δηλώσεις Καρυστιανού για τις αμβλώσεις: «Φοβερό ότι ακούστηκαν από γιατρό»
Δεληβοριάς σε Καρυστιανού: Τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν μπαίνουν σε διαβούλευση











