Στην Ελλάδα υπάρχει μια σχεδόν εμμονική πολιτική συνήθεια. Ενστικτώδης, θα έλεγε κανείς. Όταν τα κόμματα δείχνουν κουρασμένα ή ανίκανα να αρθρώσουν πειστικό λόγο και πρόγραμμα εξουσίας, η κοινωνία δεν στρέφεται στις ιδέες αλλά στα πρόσωπα. Ανθρώπους που υποτίθεται ότι μπορούν να «πάρουν τη χώρα από το χέρι» και να τη βγάλουν από τον λαβύρινθο. Ο μεσσιανισμός αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό σύμπτωμα της μεγάλης κρίσης στην αντιπροσώπευση.
Στη μεταπολίτευση, αυτή η τάση γνώρισε την πιο «επιτυχημένη» εκδοχή της, τη δεκαετία του ’80. Ο Ανδρέας Παπανδρέου ενσάρκωσε μια πραγματική κοινωνική αλλαγή, έδωσε φωνή και θέση σε στρώματα που μέχρι τότε βρίσκονταν στο περιθώριο και, ανεξαρτήτως των αντιφάσεων της διακυβέρνησής του, παρέδωσε μια χώρα διαφορετική από εκείνη που παρέλαβε. Ο δικός του μεσσιανισμός είχε θεμέλια: ιδεολογία, πρόγραμμα, διεθνή στρατηγική.

Η επόμενη μεγάλη προσδοκία γεννήθηκε μέσα από τα ερείπια της οικονομικής κρίσης. Ο Αλέξης Τσίπρας που ήλθε ως φορέας της ρήξης, της άρνησης, της ελπίδας απέναντι στη λιτότητα. Υποσχέθηκε ότι θα αλλάξει τα πάντα και τελικά κλήθηκε να διαχειριστεί το βάρος της ευρωπαϊκής πραγματικότητας, υπογράφοντας το τρίτο μνημόνιο. Ιστορικά, θα του αναγνωριστεί ότι πράγματι έβγαλε τη χώρα από τα προγράμματα επιτήρησης και κράτησε όρθια την κοινωνία σε μία από τις δυσκολότερες περιόδους της μεταπολίτευσης.

Σήμερα, επιχειρεί να επανεμφανιστεί με μια «δεύτερη ευκαιρία». Μια πιο ώριμη εκδοχή του εαυτού του, έτοιμος να ανασυνθέσει τον προοδευτικό χώρο με νέο αφήγημα και, όπως όλα δείχνουν, με νέο πολιτικό φορέα.
Το εγχείρημα, ωστόσο, δεν στερείται αντιφάσεων. Διαθέτει δυναμική, πολιτικό ένστικτο και επικοινωνιακή άνεση, αλλά ταυτόχρονα εμφανές έλλειμμα στελεχών, προγραμματικής επεξεργασίας και οργανωτικής μεθοδικότητας. Κυρίως, παραμονεύει ο κίνδυνος να μετατραπεί σε μια ακόμη προσωποκεντρική κατασκευή, σε ένα πολιτικό σχήμα που θα στηρίζεται περισσότερο στη μνήμη παρά στη συγκρότηση ενός πειστικού σχεδίου διακυβέρνησης.

Μια πρόσφατη εκδοχή του μεσσιανισμού εκδηλώθηκε και με την ανάδειξη του Στέφανου Κασσελάκη στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Ένα μεγάλο μέρος στη βάση του κόμματος εξαντλημένο από τις αλλεπάλληλες ήττες και την εσωστρέφεια, επένδυσε πάνω του σχεδόν σωτηριολογικά: ως το «άφθαρτο», πρόσωπο που θα δώσει προοπτική ξανά σε έναν χώρο σε αποσύνθεση.

Επίσης εδώ, η στήριξη, κάθε άλλο παρά βασίστηκε σε πολιτικό σχέδιο ή σαφή ιδεολογική τοποθέτηση, αλλά στην προσδοκία ότι το ίδιο το πρόσωπο θα λειτουργούσε ως «καταλύτης» αναγέννησης. Το αποτέλεσμα ήταν αποκαλυπτικό. Αντί για ανασύνταξη, το κόμμα βυθίστηκε σε βαθύτερη κρίση, έτσι η προσωποκεντρική επένδυση όχι μόνο δεν ανέστησε τον ΣΥΡΙΖΑ, επιτάχυνε την συρρίκνωσή του.
Κι ενώ αυτός ο κύκλος έμοιαζε να αφορά αποκλειστικά τον χώρο της Κεντροαριστεράς, εμφανίζεται μια εντελώς διαφορετική μορφή πολιτικής προσδοκίας. Η Μαρία Καρυστιανού δεν προέρχεται από την πολιτική, ούτε διεκδικεί ρητά, έναν ρόλο παραδοσιακής ηγέτιδας. Αναδείχθηκε ως προσωπικότητα μέσα από την τραγωδία των Τεμπών, μέσα από έναν αγώνα που ξεκίνησε ως προσωπικό πένθος και μετατράπηκε σε συλλογική απαίτηση για δικαιοσύνη. Η κοινωνία την ακούει όχι επειδή διαθέτει πρόγραμμα, αλλά επειδή εκφράζει έναν διάχυτο θυμό και, ταυτόχρονα, μια βαθιά ανάγκη για κάθαρση.

«Η κοινωνία δεν θέλει πλέον κάτι που να προέρχεται από το σύστημα», δήλωσε. «Χρειάζεται ανθρώπους ανεξάρτητους και άφθαρτους». Είναι λόγος που συγκινεί, γιατί πατά πάνω στη γενικευμένη απαξίωση των θεσμών και στη δυσπιστία απέναντι στο πολιτικό σύστημα. Όμως ταυτοχρόνως παραμένει ασαφής, περισσότερο ηθικός παρά πολιτικός. Η άρνηση ιδεολογικού προσδιορισμού, η επίκληση μιας γενικής «ένωσης» και η μετατόπιση της ηγεσίας σε ένα αόριστο μέλλον αφήνουν πίσω το «γνωστό» κενό: την απουσία συγκεκριμένου σχεδίου για τη διακυβέρνηση μιας σύνθετης χώρας.
Η ιστορία δείχνει ότι η «κάθαρση» ως πολιτικό σύνθημα διαθέτει ισχυρό συναισθηματικό φορτίο για τους πολίτες, αλλά περιορισμένη διάρκεια όταν δεν συνοδεύεται από θεσμική και προγραμματική επεξεργασία. Η Ελλάδα το έζησε και κάθε φορά, η απογοήτευση που ακολουθεί αποδεικνύεται βαθύτερη από την προσδοκία που προηγήθηκε. Δεν αμφισβητείται η ειλικρίνεια των προθέσεων ούτε το ηθικό βάρος του αγώνα, αλλά η δυνατότητα της αγανάκτησης να μετατραπεί, από μόνη της, σε πολιτική πρόταση εξουσίας.

Στο τέλος, το ερώτημα δεν είναι αν η κοινωνία έχει δικαίωμα να αναζητά σωτήρες. Το έχει, ακριβώς επειδή είναι απογοητευμένη. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η χώρα μπορεί να προχωρήσει ξανά επενδύοντας σε πρόσωπα αντί για ιδέες, σε ηγέτες αντί για συλλογικές διαδικασίες, σε υποσχέσεις αντί για σχέδια. Η εμπειρία δείχνει ότι κάθε φορά που αυτό συμβαίνει, το τίμημα δεν πληρώνεται άμεσα, αλλά αργά και συσσωρευτικά.
Ίσως, τελικά, το πιο δύσκολο βήμα για την ελληνική κοινωνία δεν είναι να βρει τον επόμενο Μεσσία, αλλά να αποδεχθεί ότι καμία σωτηρία δεν έρχεται χωρίς πολιτική, χωρίς πρόγραμμα και χωρίς τη δύσκολη, επίμονη και επίπονη δουλειά της συλλογικής ευθύνης.
Διαβάστε επίσης:
ΣΥΡΙΖΑ: Ζητά απαντήσεις από την κυβέρνηση για το black out στο FIR Αθηνών
Καρυστιανού: «Μού έχουν προσφερθεί και τίτλοι και πολλά χρήματα για να σιωπήσω» (βίντεο)
ΚΚΕ: Βασικός υπεύθυνος για το μπλακ άουτ στα αεροδρόμια είναι η κυβέρνηση










