Μετά από μια μακρά περίοδο διαπραγματεύσεων μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ η αβεβαιότητα παραμένει, επισημοποιείται όμως μια νέα πραγματικότητα. Αυτή της εκδήλωσης προθέσεων ουσιαστικής αποκλιμάκωσης, μέσα από την αποδοχή ενός μνημονίου διεύρυνσης της περιόδου κατάπαυσης του πυρός.
Η γνωστοποίηση της αποδοχής από την Τεχεράνη, της πρότασης εξακολούθησης του διαλόγου για την επίτευξη οριστικής και συνολικής συμφωνίας ήρθε μετά από μια κλιμάκωση, με επιθέσεις των αμερικανών στο Bandar Abbas και την απάντηση των ιρανών σε αμερικανική βάση στο Κουβέιτ.
Εύλογα θα αναρωτηθεί κάποιος, εφόσον ο Ντόναλντ Τράμπ, επιθυμεί διακαώς ένα τέλος στον πόλεμο, γιατί να επιλέξει στρατιωτική δράση έστω και περιορισμένης κλίμακας ενώ ανέμενε την απάντηση της ηγεσίας του ιρανικού καθεστώτος; Επίσης, ποιος ο λόγος να προβεί σε δηλώσεις του τύπου «θα χρειαστώ χρόνο να το σκεφτώ και να απαντήσω αν συμφωνώ» από τη στιγμή που η πρόταση ήταν η τελευταία αναθεωρημένη εκδοχή των θέσεων της αμερικανικής αντιπροσωπείας.
Η απάντηση είναι απλή και σχετίζεται με τη θεώρηση των πραγμάτων από την πλευρά του αμερικανού προέδρου. Επιθυμεί να είναι ο διαμορφωτής των εξελίξεων, ο κυρίαρχος του παιχνιδιού. Θέλει να είναι ο νικητής κι επειδή αυτό δεν συμβαίνει προσπαθεί να το φτιάξει έτσι ώστε να φαίνεται έτσι. Κι επειδή ούτε αυτό είναι εύκολο έτσι όπως ο ίδιος έχει φέρει τα πράγματα ακολουθεί ένα επικοινωνιακό μοντέλο διαχείρισης, προσαρμοσμένο στη δική του κοσμοθεωρία και αντίληψη.
Σε κάθε περίπτωση πάντως, οι επιθέσεις στον αντίπαλο και η αμφισβήτηση των εξελίξεων αποτελεί μια πάγια τακτική της τελευταίας στιγμής σε όλα τα πολεμικά μέτωπα.
Στην ουσία των θεμάτων και της διαπραγμάτευσης, αυτό που εμφανίζεται ως το αγκάθι και μάλιστα δύσκολο στην προσέγγισή του ζήτημα, είναι αυτό του πυρηνικού αποθέματος του Ιράν. Έτσι τουλάχιστον λένε οι αμερικανοί αξιωματούχοι. Για το Ιράν όμως αυτό είναι το διαπραγματευτικό χαρτί για την εκπλήρωση των πραγματικών αναγκών. Δηλαδή το ξεκλείδωμα της οικονομίας, την άρση των κυρώσεων, την αποδέσμευση των παγωμένων κεφαλαίων και τα τέλη διέλευσης στο Ορμούζ στην κατεύθυνση της δημιουργίας προϋποθέσεων για άμεσα έσοδα και ανόρθωση της οικονομίας κάτι το οποίο θα επηρεάσει και θα κρίνει την ευελιξία διακυβέρνησης από το καθεστώς της Τεχεράνης.
Η περίοδος των 60 ημερών αποτελεί ένα ικανό χρονικό διάστημα για την γεφύρωση των διαφορών και χρονικά φλερτάρει με τις αντοχές και των δύο πλευρών. Τις οικονομικές αντοχές του Ιράν, της μεσαίας τάξης των αμερικανών και τις επικοινωνιακές αντοχές του αμερικανού προέδρου.
Στη μεγάλη εικόνα βεβαίως υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος, δηλαδή όλες οι υπόλοιπες χώρες, των οποίων η καθημερινότητα έχει αλλάξει στο πλαίσιο της απόκτησης εμπειρίας στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής και της επιβολής της ειρήνης μέσα από το δόγμα του πολέμου από τον Ντόναλντ Τράμπ.
Δυστυχώς ακόμα κι αν ο πόλεμος σταματούσε σήμερα, οι συνθήκες που διαμόρφωσε θα είναι αισθητές και θα επιβαρύνουν την παγκόσμια οικονομία και τους προϋπολογισμούς για αρκετούς ακόμα μήνες.
Κι αυτό σε μια λογική ότι το επόμενο διάστημα διακυβέρνησης Τράμπ δεν θα φέρει περισσότερες εκπλήξεις και πειραματισμούς.








