Οι τιμές της ενέργειας εξελίσσονται σε κομβικό ζήτημα για την ευρωπαϊκή οικονομία και την καθημερινότητα των πολιτών. Η εξέλιξη των τιμών την τελευταία 25ετία και το αυξημένο κόστος έχει ήδη επηρεάσει την ανταγωνιστικότητα, ωθώντας τμήμα της βιομηχανίας σε περιοχές με φθηνότερη —συχνά επιδοτούμενη— ενέργεια.

Στο επίκεντρο βρίσκεται και η στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για απανθρακοποίηση. Η μετάβαση αυτή έχει κατηγορηθεί ότι αυξάνει βραχυπρόθεσμα το κόστος, καθώς η Ευρώπη καλείται να «τρέξει» παράλληλα δύο συστήματα: από τη μία το παραδοσιακό μοντέλο με ορυκτά καύσιμα, τα οποία σε μεγάλο βαθμό είναι εισαγόμενα, με υψηλό περιβαλλοντικό αποτύπωμα και πρόσθετο κόστος ασφάλειας εφοδιασμού, και από την άλλη τις νέες τεχνολογίες Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ), που απαιτούν σημαντικές επενδύσεις σε παραγωγή, μεταφορά και διανομή.

Το «διπλό» αυτό κόστος καταλήγει, σε μεγάλο βαθμό, στο λογαριασμό του καταναλωτή και της οικονομίας, με άμεσες συνέπειες στην ανάπτυξη και στην κοινωνική συνοχή. Πέρα από τις υψηλού κεφαλαιουχικού κόστους επενδύσεις σε δίκτυα και νέες μονάδες, κρίσιμη θεωρείται και η πλήρης ψηφιοποίηση των συστημάτων, καθώς και η αξιοποίηση τεχνολογιών Τεχνητής Νοημοσύνης. Στόχος είναι ο περαιτέρω εξηλεκτρισμός και η βελτίωση του τρόπου κατανάλωσης της ενέργειας, ιδίως ως προς την εξοικονόμησή της, ώστε η μετάβαση να οδηγήσει σταδιακά από συστήματα με υψηλό λειτουργικό κόστος και εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα σε μοντέλα με πρακτικά μηδενικό λειτουργικό κόστος— άρα και πιο σταθερές, προβλέψιμες τιμές, ενισχύοντας την περιβαλλοντική προστασία και την ασφάλεια εφοδιασμού.

Την ίδια ώρα, ο επερχόμενος παγκόσμιος ανταγωνισμός για την κυριαρχία στην Τεχνητή Νοημοσύνη εντείνει την πίεση. Η αδιάκοπτη πρόσβαση σε ενεργειακούς πόρους θεωρείται πλέον κρίσιμη προϋπόθεση, γεγονός που μεταφράζεται σε αυξανόμενο κόστος ασφάλειας εφοδιασμού και, κατ’ επέκταση, σε υψηλές και έντονα διακυμαινόμενες τιμές.

Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, το συμπέρασμα για μια Ευρώπη που διαθέτει περιορισμένους παραδοσιακούς ενεργειακούς πόρους είναι σαφές: μεγαλύτερη διείσδυση των ΑΠΕ και προσαρμογή της κατανάλωσης στους ημερήσιους και εποχικούς κύκλους παραγωγής. Σε αυτό το πλαίσιο, λύσεις όπως η αποθήκευση ενέργειας και η «έξυπνη» διαχείριση δικτύων αποκτούν πρωταγωνιστικό ρόλο.

Βραχυπρόθεσμα, το ζητούμενο είναι να ελεγχθεί καλύτερα η επιβάρυνση της μετάβασης. Αυτό προϋποθέτει προσαρμογές στον τρόπο οργάνωσης των ενεργειακών αγορών —ιδίως της ηλεκτρικής ενέργειας— ώστε η οικονομικότητα των ΑΠΕ, που σήμερα καλύπτουν περίπου το 50% της ηλεκτροπαραγωγής, να αντανακλάται και στον τελικό λογαριασμό.

Στην Οδηγία (ΕΕ) 2024/1711 για την Εσωτερική Αγορά Ενέργειας περιγράφονται βασικοί μηχανισμοί προς αυτή την κατεύθυνση, με κύριο εργαλείο τη διεύρυνση των διμερών συμβάσεων αγοράς ενέργειας: είτε ως Συμβάσεις Αγοράς Ενέργειας (PPAs) είτε ως Συμβάσεις Διαφορών (CfDs). Οι συμβάσεις αυτές μπορούν να διευκολύνουν την πρόσβαση των καταναλωτών στη φθηνότερη ενέργεια που παράγεται από ΑΠΕ.

Ωστόσο, για να λειτουργήσουν αποτελεσματικά, οι συναλλαγές χρειάζεται να πραγματοποιούνται σε οργανωμένο και ανταγωνιστικό περιβάλλον, μέσω κατάλληλα οργανωμένων προθεσμιακών αγορών, στις οποίες όμως πρέπει να εξασφαλιστεί αυξημένη ρευστότητα. Έτσι, ο καταναλωτής —είτε άμεσα, είτε μέσω προμηθευτή, είτε μέσω σχημάτων όπως οι Ενεργειακές Κοινότητες— θα μπορεί να βρίσκει το προϊόν που χρειάζεται, αλλά και να έχει τη δυνατότητα μεταπώλησης όταν δεν το χρειάζεται. Η εξειδίκευση των παραπάνω σε εθνικό επίπεδο απαιτεί την άμεση έναρξη δημόσιου διαλόγου για τον κατάλληλο σχεδιασμό, ώστε να διασφαλιστεί πιο φθηνή και προβλέψιμη πρόσβαση σε ενεργειακούς πόρους.

Οι αποφάσεις για το πώς θα οργανωθούν οι αγορές και ποια εργαλεία θα χρησιμοποιηθούν στην πράξη θα καθορίσουν αν το κόστος της μετάβασης θα μειωθεί έγκαιρα —και αν τα οφέλη των ΑΠΕ θα φτάσουν γρηγορότερα στον τελικό καταναλωτή.