Μετά από είκοσι και πλέον μέρες από την έναρξη της ισραηλινής και αμερικανικής επίθεσης κατά του Ιράν η κατάσταση παραμένει ασαφής. Μια επίθεση ενάντια σε κάθε έννοια διεθνούς δικαίου, αλλά βασισμένη στο δίκαιο του ισχυρού άφησε αμήχανη την υπόλοιπη Δύση και κυρίως την ΕΕ που καλείται να υποστεί τις συνέπειες αλλά και τις πιέσεις του Προέδρου Τραμπ ώστε να στηρίξει επιλογές για τις οποίες δεν ρωτήθηκε και φυσικά ποτέ δεν συμφώνησε.

Στους νικητές συγκαταλέγεται σίγουρα η Κίνα. Αν και μειώνεται το φτηνό πετρέλαιο που εξασφάλιζε από το Ιράν, τα τάνκερ της συνεχίζουν να περνούν ελεύθερα από τα στενά του Ορμούζ, την ώρα που η δυτική εμπορική ναυτιλία υφίσταται κολοσσιαίες ζημιές. Η Κίνα λαμβάνει μεγάλες εκπτώσεις στο πετρέλαιο ενώ οι παγκόσμιες τιμές εκτοξεύονται. Εξάλλου, η Κίνα δεν ρισκάρει τίποτα σε αυτόν το πόλεμο ενώ γίνεται σοφότερη για τις στρατιωτικές δυνατότητες του αντιπάλου.

Η Ρωσία, μόλις πριν δέκα περίπου μέρες εξαιρέθηκε προσωρινά από τις κυρώσεις για το πετρέλαιο σε μια προσπάθεια του Αμερικανού προέδρου να περιορίσει την έκρηξη των τιμών ενέργειας. Παράλληλα, νιώθει να μειώνεται η πίεση για μια γρήγορη λύση του Ουκρανικού, ενώ φόβος των Ευρωπαίων είναι ότι πυρομαχικά και εξοπλισμοί που θα κατευθύνονταν από τις ΗΠΑ για την άμυνα της Ουκρανίας, τώρα αναπροσανατολίζονται στον πόλεμο κατά του Ιράν. Οι χώρες της ΕΕ είναι διστακτικές να εμπλακούν σε έναν πόλεμο που δεν τους αφορά και που τον αποφάσισε μόνος του ο Πρόεδρος, χωρίς απόφαση του Κογκρέσου και στη βάση ψευδών επιχειρημάτων, όπως αποδείχθηκε, ότι το Ιράν επρόκειτο να επιτεθεί στις ΗΠΑ.

Από την άλλη, η πραγματικότητα είναι ότι το ζήτημα της επάρκειας τροφίμων, φυτοφαρμάκων και τα αποθέματα ενέργειας κινδυνεύουν αν συνεχίσουν τα Στενά του Ορμούζ να παραμένουν κλειστά. Πάντως στο τελευταίο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο η ΕΕ δήλωσε ότι θα λάβει μέτρα για να διασφαλίσει την ελευθερία ναυσιπλοΐας στα Στενά, όχι όμως όσο διαρκούν οι επιθέσεις σε πλοία, ή στο διπλωματικότερο «όταν οι συνθήκες είναι κατάλληλες».

Η χώρα μας, λόγω των επιλογών της κυβέρνησης Μητσοτάκη βρίσκεται μπροστά σε δύσκολα διλήμματα. Είναι βέβαιο ότι η πίεση θα συνεχίσει να είναι ασφυκτική για όλο και μεγαλύτερη εμπλοκή και ενδεχομένως αποστολή πλοίων στα στενά του Ορμούζ. Από την άλλη ο Πρωθυπουργός είναι υποχρεωμένος να ακολουθήσει την ΕΕ η οποία δεν φαίνεται να επιθυμεί να συρθεί σε έναν πόλεμο που έχει επιβάλει το Ισραήλ και δεν την αφορά.

Ακόμη και το ζήτημα της επίθεσης στις αγγλικές βάσεις στην Κύπρο, αντί να απαντηθεί με την επίκληση της ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής της Συνθήκης της Λισαβόνας, γεγονός που θα αποδείκνυε ότι πρόκειται για ευρωπαϊκό πρόβλημα και όχι αποκλειστικά κυπριακό, παρουσιάστηκε ως ευκαιρία να δηλώσουμε την αταλάντευτη στήριξη στην Κύπρο (που έτσι κι αλλιώς είναι γεγονός) αλλά και να ακουστούν απίστευτα πράγματα για αναβίωση του Ενιαίου Αμυντικού Δόγματος (που είχε παρουσιαστεί σε μια περίοδο που η Κύπρος δεν ήταν στην ΕΕ) ή ελαφρότητες για «Νέο Περσικό Πόλεμο».

Η Ελλάδα είχε και διατηρεί πεδία ελιγμών, αρκεί να το επιθυμεί: θα μπορούσε ό Έλληνας Πρωθυπουργός μετά τις επιθέσεις του Ιράν κατά της Τουρκίας να επικοινωνήσει με τον Πρόεδρο Ερντογάν για μια δήλωση από κοινού για την άμυνα της Ανατολικής Μεσογείου. Έτσι η σχέση που ισχυρίζεται η κυβέρνηση πως έχει αναπτύξει με την άλλη πλευρά του Αιγαίου θα μπορούσε να αποκτήσει περιεχόμενο και υπόσταση. Ή ακόμη και να αναλάβει την πρωτοβουλία για μια συνάντηση χωρών της Ανατολικής Mεσογείου ή ακόμη να επανενεργοποιήσει τη Σύνοδο των Χωρών του Ευρωπαϊκού Νότου, σχήμα που είχε δημιουργήσει το 2016 ο τότε Πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας με τον Φρανσουά Ολάντ, που θα μπορούσαν να στείλουν ένα μήνυμα ειρήνης για άμεση κατάπαυση πυρός.

Αλλά αυτό απαιτεί να μπορείς να δεις τη μεγάλη εικόνα. Αλλά και να επενδύεις στην επόμενη μέρα. Γιατί ο πόλεμος κάποια στιγμή θα τελειώσει και η χώρα θα έχει χάσει την ευκαιρία να σταθεί με αίσθημα ευθύνης και αυτοπεποίθηση απέναντι σε μεγάλες αλλαγές. Και γιατί δεν μπορεί η επονομαζόμενη «στρατηγική σχέση με το Ισραήλ» να επιτρέπει να κλείνουμε τα μάτια σε γενοκτονίες, βία, απρόκλητες επιθέσεις σε γειτονικά κράτη, καταπάτηση κάθε έννοιας του διεθνούς δικαίου, μόνο και μόνο γιατί το Ισραήλ απλά μπορεί να το κάνει. Μια συμμαχική σχέση δεν μπορεί να είναι ‘ναι σε όλα’. Δυστυχώς, για την κυβέρνηση μας αυτό χαρακτηρίζει τόσο τις σχέσεις με τις ΗΠΑ , όσο και τις σχέσεις με το Ισραήλ. Και αυτό δεν προοιωνίζεται τίποτα θετικό