Ηλιούπολη, λίγο μετά τις 12 το μεσημέρι της 12ης Μαϊου 2026 δυο 17χρονες μαθήτριες, οδηγήθηκαν στην αυτοκτονία πέφτοντας στο κενό απο την ταράτσα μιας εξαόροφης πολυκατοικίας.

Αυτόπτες μάρτυρες περιέγραψαν τη στιγμή της πτώσης λέγοντας πως άκουσαν ένα δυνατό κρότο και είδαν δυο κορίτσια να πέφτουν στο έδαφος κτυπημένες.

Είμαστε συγκλονισμένοι και σε καθεστώς απόλυτης διανοητικής σύγχυσης απο το συμβάν, βρισκόμαστε σε κατάσταση σοκ, βιώνοντας την πλέον οδυνηρή εμπειρία αναφέρουν οι σχολιαστές.

Και το ερώτημα: Πως γίνεται δυο διαφορετικοί άνθρωποι – έφηβοι, με διαφορετικές εμπειρίες να φτάσουν μαζί στην ίδια ακραία απόφαση. Πως έγινε η μετάγγιση συναισθημάτων, πως έφτασαν σε κοινή ψυχική ευαλωτότητα; «Έχω κατάθλιψη…..φοβάμαι οτι θα αποτύχω, οτι θα απογοητεύσω τους γονείς μου……» Άραγε είναι αυτο το κοινό φορτίο που και οι δυο κουβαλούσαν ή η ψυχολογική πραγματικότητα πίσω απο μια τέτοια πράξη είναι πολύ πιο σύνθετη και απαιτεί πιο προσεκτική και όχι τοσο επιφανειακή ανάλυση;

Είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο οτι η κατάθλιψη αποτελεί τη μοναδική ψυχική διαταραχή που συνδέεται τόσο στενά με την αυτοκτονία. Οι καταθλιπτικοί ασθενείς βιώνουν έντονα συναισθήματα ενοχής, αναξιότητας και απελπισίας, ενώ βλέπουν τον εαυτό τους, τη ζωή και το μέλλον με έναν απαισιόδοξο και αρνητικό τρόπο που δεν αντικατοπτρίζει πάντα την πραγματικότητα. Παρότι η κατάθλιψη μπορεί να οδηγήσει σε αυτοκτονικό ιδεασμό, ακόμη και η πιο σοβαρή μορφή της δεν οδηγεί αναγκαστικά στην αυτοκτονία. Ο κάτοχος της κατάθλιψης είναι και κάτοχος της απόφασής του. Αυτός αποφασίζει για τη ζωή του. Επιστημονικά γνωρίζουμε ότι η αυτοκτονία είναι μια διαδικασία που χτίζεται σιγά σιγά, δεν είναι αυθόρμητη πράξη,όμως θεωρείται μια από τις αυτονόητες συνέπειες της νόσου της καταθλιπτικής διαταραχής.

Ένα ακόμη στοιχείο που πρέπει να εξεταστεί είναι η παρορμητικότητα. Όπως αναφέρει ο Cunderson (2001), «το βασικό χαρακτηριστικό ελέγχου των παρορμήσεων είναι η αδυναμία του ατόμου ν’ αντισταθεί σε μία παρόρμηση, ώθηση ή πειρασμό να προβεί σε μία ενέργεια η οποία είναι επιβλαβής είτε στο ίδιο το άτομο είτε στους άλλους». Το άτομο συχνά αισθάνεται ένταση και ανησυχία πριν από την πράξη και στη συνέχεια ανακούφιση ή ικανοποίηση. Άλλες φορές, η έντονη δυσφορία μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφικές συμπεριφορές, όπως απειλές ή απόπειρες αυτοκτονίας. Υπό αυτό το πρίσμα, είναι εύλογο να διερωτηθούμε αν τα κορίτσια λειτούργησαν υποσυνείδητα μέσα σε έναν τέτοιο «ταραγμένο κόσμο».

Γνωρίζουμε οτι σχεδόν όλα τα άτομα που επιχειρούν αυτοκτονία βρίσκονται σε ένα στάδιο ανυπόφορης συναισθηματικής κατάστασης. Ο θυμός, η οργή στραμμένη προς τον εαυτό, η αίσθηση ήττας, η απελπισία και η ανημπόρια αποτελούν κοινά συναισθήματα. Η αμφιθυμία που συνοδεύει αυτή την κατάσταση, σε συνδυασμό με την υπερβολική εξάντληση και τις σχολικές υποχρεώσεις, δεν είναι βέβαιο οτι μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια ελέγχου των συναισθημάτων.

Δε νομίζω οτι μας καλύπτουν σαν απάντηση. Το πιο ουσιαστικό ερώτημα παραμένει: τι ήταν αυτό που τις έδεσε τόσο βαθιά ώστε να φτάσουν μαζί σε μια τέτοια πράξη; Πώς έγινε η μετάγγιση συναισθημάτων; Είναι γεγονός οτι οι εφηβικές φιλίες συχνά αποκτούν ένταση σχεδόν συγχωνευτική. Ακόμα, όταν δύο άτομα μοιράζονται κοινή ψυχική ευαλωτότητα, φόβους και αδιέξοδα, μπορεί να δημιουργηθεί μια επικίνδυνη συναισθηματική ταύτιση. Είναι όμως αυτό; Εδώ υπάρχει το μεγάλο ερωτηματικό αλλα και το κοινό μυστικό.

Προκλητικός και επιδεικτικός ο τρόπος αυτοκτονίας, δεν συμβαίνει σχεδόν ποτέ. Απο ψηλά, μέσα στο φώς φορώντας ακουστικά. Απόρριψη κοινωνικής συνιστώσας. Είστε «ένοχοι», δε μας αποδέχεστε γιατί νιώθουμε, αισθανόμαστε διαφορετικά για τη ζωή. «Αυτός ο κόσμος σας δε μας ταιριάζει, μας στιγματίζει γι αυτό που θέλουμε, γι αυτό που νιώθουμε, η φυγή ειναι μια κάποια «λύση». Αυτό που μας ένωσε δεν είναι τα γεγονότα, ούτε η πιθανή αποτυχία στις πανελλήνιες ούτε τα χρήματα, ούτε η φτηνή εργασια αλλα ο τρόπος που σκεπτόμαστε για μας, για τον τρόπο που αγαπιόμαστε και για την ανάγκη να μη ζήσουμε στο περιθώριο που μας κατατάξατε»