Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία διαμορφώνεται στο 5%, όταν ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκεται στο 3,2%. Η χώρα μας εξακολουθεί να καταγράφει σημαντικά υψηλότερες ανατιμήσεις από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, γεγονός που συμπιέζει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Η Ελλάδα βρίσκεται σε διαφορετικό στάδιο του οικονομικού κύκλου σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κυρίως λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών που έχει περάσει την τελευταία δεκαετία, όπως η παρατεταμένη ύφεση και τα μνημόνια. Ενώ πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες κινούνταν σε περιόδους ανάπτυξης, η ελληνική οικονομία βρέθηκε σε φάση ύφεσης, με διαφορετική ταχύτητα ανάκαμψης. Αυτό σημαίνει ότι οι πληθωριστικές και αναπτυξιακές τάσεις δεν εξελίσσονται ταυτόχρονα με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Το ερώτημα είναι γιατί η Ελλάδα εμφανίζει υψηλότερο πληθωρισμό από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες; Η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στις διεθνείς κρίσεις ή στις αυξήσεις των τιμών της ενέργειας. Βρίσκεται και στις διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας, οι οποίες εντείνουν κάθε εξωτερικό σοκ και μεταφέρουν το κόστος ταχύτερα και εντονότερα στον καταναλωτή.
Πρώτα απ’ όλα, η Ελλάδα είναι μια σχετικά μικρή οικονομία με περιορισμένη παραγωγική βάση. Η εξάρτηση από εισαγόμενα προϊόντα και πρώτες ύλες παραμένει ιδιαίτερα υψηλή. Από τρόφιμα και βιομηχανικά αγαθά μέχρι καύσιμα και τεχνολογικό εξοπλισμό, μεγάλο μέρος όσων καταναλώνουμε παράγεται εκτός συνόρων. Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε αύξηση στις διεθνείς τιμές, στα μεταφορικά κόστη ή στις συναλλαγματικές ισοτιμίες μεταφέρεται σχεδόν αυτόματα στην ελληνική αγορά.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το ενεργειακό κόστος. Παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η Ελλάδα (αλλά και ευρύτερα η Ανατολική Ευρώπη) εξακολουθεί να βασίζεται σε ακριβή ηλεκτρική ενέργεια λόγω των μη καλών διασυνδέσεων με τα ευρωπαϊκά ενεργειακά δίκτυα που περιορίζουν την πρόσβαση σε φθηνότερες και πιο ανταγωνιστικές πηγές ηλεκτροπαραγωγής. Το υψηλό ενεργειακό κόστος επιβαρύνει τις επιχειρήσεις, οι οποίες αναπόφευκτα μετακυλίουν μέρος των αυξήσεων στις τελικές τιμές προϊόντων και υπηρεσιών.
Ταυτόχρονα, η ελληνική αγορά εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από σημαντικές στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό. Σε πολλούς κλάδους, λίγοι μεγάλοι παίκτες ελέγχουν σημαντικό μερίδιο της αγοράς, ενώ η αλυσίδα εφοδιασμού περιλαμβάνει συχνά πολλούς ενδιάμεσους. Κάθε κρίκος της αλυσίδας προσθέτει το δικό του περιθώριο κέρδους, με αποτέλεσμα το τελικό προϊόν να φτάνει ακριβότερο στον καταναλωτή. Δεν είναι τυχαίο ότι σε αρκετές περιπτώσεις οι αυξήσεις στις λιανικές τιμές αποδεικνύονται μεγαλύτερες από τις αντίστοιχες αυξήσεις του πραγματικού κόστους, τροφοδοτώντας συζητήσεις για φαινόμενα αισχροκέρδειας.
Μία παρέμβαση που θα μπορούσε να συμβάλει στη συγκράτηση των τιμών είναι η ενίσχυση του ανταγωνισμού στην εφοδιαστική αλυσίδα. Σήμερα, σε αρκετούς κλάδους, ο αριθμός των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στη χονδρική διανομή και στη διαμεσολάβηση μεταξύ παραγωγού και λιανεμπορίου παραμένει περιορισμένος, γεγονός που ενισχύει τη συγκέντρωση της αγοράς. Το κράτος θα μπορούσε να θεσπίσει φορολογικά και επενδυτικά κίνητρα για τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων logistics, χονδρεμπορίου και διανομής, μειώνοντας παράλληλα τα διοικητικά εμπόδια εισόδου στην αγορά.
Παράλληλα, το μικρό μέγεθος της ελληνικής αγοράς δεν επιτρέπει οικονομίες κλίμακας αντίστοιχες με εκείνες μεγαλύτερων ευρωπαϊκών οικονομιών. Οι επιχειρήσεις λειτουργούν συχνά με υψηλότερο κόστος ανά μονάδα προϊόντος, ενώ οι μεταφορές, ιδιαίτερα προς τα νησιά και τις απομακρυσμένες περιοχές, αυξάνουν περαιτέρω τις τελικές τιμές.
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι οι διεθνείς εξελίξεις στην αγορά ενέργειας μπορούν να επηρεάσουν την πορεία του πληθωρισμού στην Ελλάδα, χωρίς όμως να αλλάζουν τη συνολική εικόνα. Εάν η συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν συμβάλει ουσιαστικά στην αποκλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων και οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου επανέλθουν σε επίπεδα κοντά στα 70 δολάρια το βαρέλι, διατηρώντας παράλληλα τη σταθερότητά τους, τότε είναι πιθανό να δούμε μια σταδιακή αποκλιμάκωση των πληθωριστικών πιέσεων. Η μείωση του ενεργειακού κόστους θα επηρεάσει θετικά τις μεταφορές, την παραγωγή και το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων. Ωστόσο, οι επιδράσεις αυτές αναμένεται να είναι περιορισμένες, καθώς οι δομικές προκλήσεις της ελληνικής οικονομίας παραμένουν και συνεχίζουν να καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τη διαφορά του πληθωρισμού σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.








