«Θυμός» ανάλογος με εκείνον που είχε ο περίφημος Αχιλλέας, γιος του Πηλέα, έχει προκληθεί στο διαδίκτυο με αφορμή τη φημολογούμενη επιλογή μιας μαύρης ηθοποιού για τον ρόλο της «ωραίας Ελένης» στη νέα υπερπαραγωγή του Κρίστοφερ Νόλαν, «Οδύσσεια». Το γεγονός ότι η Ελένη είναι ένα μυθικό πρόσωπο, ένα λογοτεχνικό εύρημα και όχι μια ιστορική φιγούρα με πιστοποιητικό γέννησης από τον Δήμο Σπάρτης, ελάχιστα πτόησε τους φιλοπόλεμους… Αχαιούς του πληκτρολογίου. Με τον Έλον Μασκ, να κηρύττει την απώλεια της «ακεραιότητας» του σκηνοθέτη, ξεκίνησε ένας ακόμη πολιτισμικός πόλεμος της ακροδεξιάς, όπου η ελευθερία του καλλιτέχνη πρέπει για άλλη μία φορά να μπει στο στόχαστρο όλων των ρατσιστών του κόσμου τούτου.
Η εμμονή με το δέρμα
Η κριτική που ασκείται στον Νόλαν εστιάζει στην υποτιθέμενη «ύβρη» της αλλοίωσης των πολιτισμικών τους στοιχείων. Για τους ακροδεξιούς υπερπατριώτες η ελληνική κληρονομιά είναι κάτι το εύθραυστο, κινδυνεύει ακόμη κι από τη μελανίνη μιας ηθοποιού. Είναι ενδιαφέρον, βέβαια, το πώς οι ίδιοι κύκλοι καταπίνουν αμάσητες άλλες δημιουργικές «αυθαιρεσίες»: κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε όταν σύγχρονοι συγγραφείς άλλαξαν την πλοκή του μύθου, στέλνοντας τον Οδυσσέα σε μέρη που ο Όμηρος δεν φαντάστηκε ποτέ, ούτε όταν η θεατρική πρωτοπορία παρουσιάζει τους τραγικούς ήρωες ως υπερμοδάτους σημερινούς ανθρώπους. Το πρόβλημα, προφανώς, δεν είναι η «πιστότητα» στο κείμενο, αλλά το γεγονός ότι ο κινηματογράφος, με την παγκόσμια εμβέλειά του, μπορεί να προσφέρει μια εικόνα που δεν χωράει στα στενά καλούπια μιας συγκεκριμένης δυτικοκεντρικής αισθητικής. Αν η Ελένη έμοιαζε με Γαλλίδα ή Αμερικανίδα τουρίστρια, το πιθανότερο είναι πως οι ίδιοι άνθρωποι θα μιλούσαν για «θεϊκή» ομορφιά, παρόλο που και μια τέτοια επιλογή θα ήταν εξίσου «ξένη» προς το αρχαιοελληνικό πρότυπο όσο και η Λουπίτα Νιόνγκο.
Ο Όμηρος και η σιωπή του απόλυτου κάλλους
Σε αυτή την κωμικοτραγική διαμάχη, η μεγαλύτερη ειρωνεία κρύβεται στην ίδια την Ιλιάδα. Ο Όμηρος, εκ των κορυφαίων ποιητών, αποδεικνύεται πολύ πιο ευφυής από όλον αυτόν τον εσμό. Στο έπος του, δεν περιγράφει ποτέ με λεπτομέρειες τα χαρακτηριστικά της Ελένης. Δεν μας λέει αν ήταν ξανθιά, μελαχρινή, λευκή ή σκουρόχρωμη παρά μόνον ότι «αἰνῶς ἀθανάτῃσι θεῇς εἰς ὦπα ἔοικεν» (τι φοβερά με τις αθάνατες θεές στην όψη μοιάζει). Επιλέγει συνειδητά να μην την «εγκλωβίσει» σε μια συγκεκριμένη εικόνα, παρεκτός τη θεϊκή, ακριβώς επειδή η Ελένη θέλει να είναι το απόλυτο σύμβολο της ομορφιάς. Στην ομηρική σκέψη, το κάλλος νοείται τελείως υποκειμενικά· ο καθένας οφείλει να πλάσει την Ελένη με τα υλικά των δικών του ονείρων. Η άρνηση του ποιητή να την περιγράψει ήταν μια πράξη συνειδητή που οι σύγχρονοι ρατσιστές προφανώς αδυνατούν να συλλάβουν.
Η τέχνη ως καθρέφτης της προκατάληψης
Ενώ οι διαρροές συνεχίζονται —με κάποιους να θέλουν τη Νιόνγκο στον ρόλο της Κλυταιμνήστρας ή της Αθηνάς— η ουσία παραμένει η ίδια: η δυσφορία απέναντι στο «διαφορετικό». Από την Κλεοπάτρα του Netflix μέχρι τον μαύρο Αχιλλέα του BBC, κάθε τέτοια επιλογή γίνεται αφορμή για να ξεχυθεί στα social media όλη η μισανθρωπία αυτής της κοινωνίας. Όμως η τέχνη, για να είναι άξια του ονόματός της, δεν έχει σκοπό να χαϊδεύει τα αυτιά της εκάστοτε προκατάληψης, ούτε να επιβεβαιώνει την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας. Αν μπορούμε να δεχτούμε έναν Ιησού από τη Ναζαρέτ με γαλάζια μάτια και κοιλιακούς μοντέλου, τότε η άρνηση μιας μαύρης Ελένης δεν είναι ζήτημα «ιστορικής ακρίβειας», αλλά καθαρού παραλογισμού. Η «Οδύσσεια» του Νόλαν επιδιώκει να είναι μια καλλιτεχνική σπουδή πάνω σε ένα έπος που ανήκει σε όλη την ανθρωπότητα, και ως τέτοια θα κριθεί για το εάν πέτυχε τους σκοπούς της όταν με το καλό θα έχουμε την ευκαιρία να την δούμε στη μεγάλη οθόνη.
Διαβάστε επίσης:
Υπόθεση Έπσταϊν: Μια συνωμοσία της παγκόσμιας ολιγαρχίας
Η Αχτσιόγλου στη χώρα των αβοκάντο
Έρευνα: Η κρίση της γενιάς Ζ δεν είναι ερωτική αλλά υπαρξιακή











