Ένας περίπλοκος μηχανισμός που διαμορφώνει το τελικό ποσό του λογαριασμού που πληρώνουμε για το ρεύμα είναι αυτός που ευθύνεται για την ενεργειακή ακρίβεια που μαστίζει τα ελληνικά νοικοκυριά και κυρίως τα πλέον ευάλωτα. Μάλιστα έχει συχνά παρατηρηθεί το φαινόμενο οι λογαριασμοί να αυξάνονται ακόμα και όταν οι διεθνείς τιμές της κιλοβατώρας πέφτουν.
Ένας από του βασικούς λόγους που συμβαίνει αυτό είναι ότι το κράτος επιβαρύνει τον λογαριασμό του ρεύματος με ένα «κάρο» φόρους, μερικές φορές άσχετους με την κατανάλωση ενέργειας. Για παράδειγμα στον λογαριασμό ενσωματώνεται τόσο ο ΕΦΚ (Ειδικός φόρος κατανάλωσης) όσο το ΔΕΤΕ (Ειδικό τέλος 5%).
Το εξοργιστικό είναι ότι ο λογαριασμός επιβαρύνεται με ΦΠΑ στο τελικό ποσό δηλαδή στο συνολικό κόστος που προκύπτει από την κατανάλωση ρεύματος συν τους παραπάνω φόρους. Με άλλα λόγια πληρώνουμε ΦΠΑ επί των…φόρων.
Επίσης στον καταναλωτή μεταφέρεται αυτούσιο το κόστος άνθρακα, δηλαδή ο έμμεσος φόρος εξαιτίας της χρήσης ορυκτών καυσίμων που ακόμα χρησιμοποιούνται στην Ελλάδα για την παραγωγή του ρεύματος.
Μετά από όλα αυτά έρχεται και η ΡΑΕ (Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας) να επιβάλει επιβαρύνσεις όπως ΥΚΟ (Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας) που αφορά στις ελαφρύνσεις που έχουν οι καταναλωτές με κοινωνικό τιμολόγιο και οι κάτοικοι των νησιών, το ΕΤΜΕΑΡ (το ταμείο για τη στήριξη των εταιρειών ΑΠΕ), και υπέρ ΔΕΔΔΗΕ, ΑΔΜΗΕ για την ανάπτυξη των δικτύων.
Τέλος επιβαρύνσεις και μάλιστα μεγάλες προκύπτουν από το λεγόμενο Target Model και τη λειτουργία που αφορά στο χρηματιστήριο ενέργειας, όπου η τιμή διαμορφώνεται βάσει της ακριβότερης μονάδας που απαιτείται για να καλυφθεί η ζήτηση (συνήθως το φυσικό αέριο). Έτσι, ακόμα και αν το 50% της ενέργειας παράγεται από φθηνά αιολικά, ο καταναλωτής την πληρώνει στην τιμή του ακριβότερου (συνήθως) φυσικού αερίου.










