Η πρόσφατη αγροτική ιστορία της χώρας, έχοντας σαν ορόσημο την ένταξή της στην ΕΟΚ, διακρίνεται σε δύο περιόδους. Χρονικό σημείο καμπής αποτελεί η εφαρμογή της AGENDA 2000, από το έτος 2005 και μετά, με κυριότερο χαρακτηριστικό της να αποτελεί η αποδέσμευση της χορήγησης επιδοτήσεων από την παραγωγή συγκεκριμένων προϊόντων (decoupled payments). Αποτελεί επίσης δεδομένο, ότι διαχρονικά ο Ελληνικός πρωτογενής τομέας χαρακτηρίζεται από διαρθρωτικές αδυναμίες, όπως μικρός και κατακερματισμένος κλήρος και παραγωγικό μοντέλο εστιασμένο σε καλλιέργειες που δεν έχουν τη δυνατότητα αυτοδύναμα να δημιουργήσουν βιώσιμο οικονομικό αποτέλεσμα. Μέχρι το 2005 αυτό το διαχρονικό έλλειμμα ανταγωνιστικότητας καλυπτόταν από τις Κοινοτικές επιδοτήσεις, ζητώντας παράλληλα από τους παραγωγούς να παράξουν συγκεκριμένα αγροτικά προϊόντα, ως αποτέλεσμα ενός κεντρικού σχεδιασμού, είτε σε εθνικό, είτε σε Ευρωπαϊκό επίπεδο.

Η αποδέσμευση της χορήγησης των επιδοτήσεων από την υποχρέωση παραγωγής συγκεκριμένων αγροτικών προϊόντων, σε συνδυασμό με τη σημαντική διεύρυνση του αριθμού των παραγωγών που είναι πλέον επιλέξιμοι για λήψη οικονομικής στήριξης, ανέδειξε με τον πλέον εμφατικό τρόπο την αδυναμία του συγκεκριμένου παραγωγικού μοντέλου να διασφαλίσει επαρκή εισοδήματα στους παραγωγούς. Για περισσότερα από είκοσι χρόνια, διαδοχικές προγραμματικές περίοδοι της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) έχουν σαν στόχο να αλλάξουν τα συγκεκριμένα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά αυτών των γεωργικών εκμεταλλεύσεων, προτείνοντας και στηρίζοντας μέτρα και δράσεις που έχουν σαν στόχο να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητά τους και να αναπτύξουν συνεργατικές και συμβολαιακές σχέσεις με εταίρους των αλυσίδων αξίας αγροτικών προϊόντων και τροφίμων. Ουσιαστικά, αυτό που επιχειρείται είναι η διάχυση του ήδη αυξημένου ρίσκου που συνοδεύει τη γεωργική παραγωγή σε όλο το μήκος των σχετικών αλυσίδων αξίας, αλλά και η περαιτέρω στήριξη του γεωργικού εισοδήματος μέσω δικαιότερου διαμοιρασμού της προστιθέμενης αξίας που έχουν τη δυνατότητα να ενσωματώσουν τα Ελληνικά αγροτικά προϊόντα.

Ίσως η σημαντικότερη αιτία μη επίτευξης των αναμενόμενων αποτελεσμάτων προς την κατεύθυνση αυτή είναι η απουσία πλήρους κατανόησης των προτεραιοτήτων της ΚΑΠ, αλλά και η απουσία μηχανισμών σωστής εφαρμογής της. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι για πολλές δεκαετίες η παραγωγική κατεύθυνση της γεωργίας και της κτηνοτροφίας της χώρας αποτελούσε αντικείμενο του κράτους, είτε με μηχανισμούς που υπάγονταν απευθείας στο Υπουργείο Γεωργίας, είτε σε αποκεντρωμένες δομές όπως αυτές των πάλαι ποτέ Νομαρχιών. Η σταδιακή απόσυρση των δομών αυτών από το πεδίο, περιορίζοντας τις δραστηριότητές τους κυρίως στη διανομή των επιδοτήσεων, δεν αντικαταστάθηκε από παρόχους υπηρεσιών συμβουλευτικής στήριξης, αφήνοντας το πεδίο αυτό να καλυφθεί από τα ίδια κανάλια που διακινούσαν τα αγροτικά εφόδια.

Απέναντι σε αυτό το πολυδιάστατο και δυσεπίλυτο πρόβλημα δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι τα Ελληνικά αγροτικά προϊόντα είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με το Μεσογειακό διατροφικό πρότυπο. Τα Ελληνικά τρόφιμα έχουν αποδείξει ότι μπορούν να ενσωματώνουν σημαντική προστιθέμενη αξία, συντελώντας σημαντικά στη διαφοροποίηση του τελικού παραδοτέου και άλλων παραγωγικών κλάδων, όπως αυτός του τουρισμού. Αυτά τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα της Ελληνικής υπαίθρου θα συνεχίσουν να τη συνοδεύουν, όντας οι παράμετροι που θα την καταστήσουν βιώσιμη με όρους αγοράς. Το ζητούμενο όμως είναι οι παραγωγοί των προϊόντων αυτών να μπορούν να αντιληφθούν το νέο λειτουργικό πλαίσιο και να τους δοθεί ο απαραίτητος χώρος χρόνος και εργαλεία για να εκμεταλλευθούν τις επιθυμίες των καταναλωτών, τόσο σε εθνικό, όσο και σε διεθνές επίπεδο.