Ο Πρωθυπουργός του Πακιστάν Σεχμπάζ Σαρίφ ανακοίνωσε την επίτευξη συμφωνίας – πλαίσιο μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, η οποία θα υπογραφεί στην Ελβετία την Παρασκευή 19 Ιουνίου και θα αποτελέσει τη βάση των διαπραγματεύσεων που θα ακολουθήσουν μεταξύ των δύο χωρών. Το γεγονός αυτό αποτελεί μια θετική εξέλιξη, που θα ανοίξει το Στενό του Ορμούζ και θα δώσει βαθιά ανάσα στην παγκόσμια οικονομία. Όμως η επόμενη ημέρα στη Μέση Ανατολή, θα κριθεί από το εάν αυτή η συμφωνία μπορεί να αντέξει πολιτικά. Το βασικό πρόβλημα παραμένει η εμμονή του Ιράν να συμπεριλαμβάνει ως όρο, την ταυτόχρονη εκεχειρία και στο Λίβανο, έχοντας κατορθώσει να διασυνδέσει τα δύο μέτωπα και να θέσει άμεσα υπό την προστασία του, το δίκτυο των πληρεξουσίων του στη Μέση Ανατολή. Για την Τεχεράνη, ο Λίβανος και η Χεζμπολάχ δεν αποτελούν παράπλευρο ζήτημα, αλλά οργανικό τμήμα της στρατηγικής της σχεδίασης. Αυτό ακριβώς καθιστά οποιαδήποτε οριστική διευθέτηση εξαιρετικά περίπλοκη.
Εφόσον τελικά υπογραφεί το Μνημόνιο, η εκεχειρία των 60 ημερών θα είναι εύθραυστη, ίσως και θνησιγενής. Ο βασικός λόγος είναι το Ισραήλ, το οποίο αξίζει να σημειωθεί ότι δεν μετέχει στις διαπραγματεύσεις. Για την ισραηλινή ηγεσία, μια συμφωνία που αφήνει άθικτες τις βασικές παραμέτρους της ιρανικής ισχύος δεν μπορεί να θεωρηθεί βιώσιμη. Εάν δεν περιορίζει ουσιαστικά την πυρηνική προοπτική του Ιράν, εάν δεν αγγίζει το βαλλιστικό του πρόγραμμα και εάν δεν αποσυνδέει την Τεχεράνη από τα περιφερειακά της δίκτυα, το Ισραήλ δεν πρόκειται να την αποδεχθεί στην πράξη, όσο ισχυρή πίεση κι αν δεχθεί από τις ΗΠΑ. Για τον Νετανιάχου, του οποίου το πολιτικό και προσωπικό μέλλον κρίνεται στις εκλογές του Φθινοπώρου, μια εκεχειρία με τέτοιους όρους θεωρείται απλά ως χρόνος ανασύνταξης των δυνάμεων του Ιράν.
Ο Ντόναλντ Τραμπ, από την πλευρά του, βρίσκεται ήδη αντιμέτωπος με μία ισχυρή εσωτερική πίεση ενόψει και των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου. Θα χρειαστεί να παρουσιάσει ένα πειστικό αφήγημα νίκης, κάτι που υπό τις παρούσες συνθήκες είναι πολύ δύσκολο. Η αλήθεια είναι ότι δεν υπήρξε ουσιαστική αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη, το βαλλιστικό πρόγραμμα του Ιράν δεν φαίνεται να βρίσκεται – επί του παρόντος – στο τραπέζι, σε αντίθεση με τη σταδιακή άρση των κυρώσεων και τη μερική αποδέσμευση των ιρανικών κεφαλαίων. Συνεπώς το όποιο κείμενο συμφωνίας θα πρέπει να περιλαμβάνει, υποχρεωτικά και κατ’ ελάχιστον, σαφείς δεσμεύσεις του Ιράν αναφορικά με το πυρηνικό του μέλλον.
Το παράδοξο βέβαια παραμένει ότι, παρά το εύρος των πληγμάτων και τους χιλιάδες στόχους που βομβαρδίστηκαν, το Ιράν μπορεί τελικά να βγαίνει πολιτικά ενισχυμένο και να επιβάλει στην ουσία όρους νικητή. Η δεδομένη επαναλειτουργία του Στενού του Ορμούζ, το οποίο ήταν ανοικτό πριν τον πόλεμο, δεν συνιστά από μόνη της στρατηγική επιτυχία. Αντιθέτως, η Τεχεράνη μπορεί να ισχυριστεί ότι άντεξε τη στρατιωτική πίεση, απέφυγε την κατάρρευση και υποχρέωσε τους αντιπάλους της να καθίσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τους δικούς της όρους. Επίσης, οποιαδήποτε μόνιμη διευθέτηση για το Στενό του Ορμούζ θα πρέπει να έχει και τη συγκατάθεση της Τεχεράνης.
Η επόμενη ημέρα, λοιπόν, δεν θα είναι ημέρα βιώσιμης ειρήνης και σταθερότητας, αλλά ημέρα προσωρινής ισορροπίας. Μιας εύθραυστης ισορροπίας γεμάτης αστερίσκους, όπου κάθε πλευρά θα προσπαθεί να διαχειριστεί επικοινωνιακά, για να ικανοποιήσει το εσωτερικό της ακροατήριο. Στην ουσία πρόκειται για μια πολιτική ‘μη ήττα’ όπου το καθεστώς του Ιράν επιβίωσε με μεγάλη καταστροφή των στρατιωτικών του υποδομών, οι ΗΠΑ επανεπιβεβαίωσαν την παγκόσμια στρατιωτική πρωτοκαθεδρία τους αλλά δεν πέτυχαν κανένα πολιτικό στόχο τους, και το Ισραήλ πέτυχε μεγάλες στρατιωτικές νίκες που το αναδεικνύουν ως τον πλέον ισχυρό δρώντα στην περιοχή, αλλά δεν εξάλειψε τον υπαρξιακό του κίνδυνο. Το ερώτημα λοιπόν είναι το κατά πόσο θα αντέξει αυτή η εκεχειρία, πριν η πραγματικότητα της περιοχής την ακυρώσει στην πράξη.








