Σαν σήμερα, την 3 Φεβρουαρίου 1991, η πολιτική ιστορία της κομμουνιστικής ανανέωσης βίωσε μία από τις πιο δύσκολες της στιγμές: την επίσημη διάλυση του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Δεν επρόκειτο για μια κατάρρευση υπό το βάρος της αποτυχίας, αλλά για μια επώδυνη, συνειδητή επιλογή μετασχηματισμού. Το PCI, το κόμμα που κατάφερε να συνδυάσει τη μαρξιστική θεωρία με τη δημοκρατική κουλτούρα της Δύσης, αποφάσισε να αποκαθηλώσει τα σύμβολά του, αναζητώντας μια νέα ταυτότητα σε έναν κόσμο που άλλαζε ραγδαία μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Η επέτειος αυτή δεν αποτελεί απλώς μια υπενθύμιση ενός τέλους, αλλά την αφετηρία μιας συζήτησης για την «ιταλική ιδιαιτερότητα» που σφράγισε τον 20ό αιώνα.
Η πολιτική κληρονομιά του Γκράμσι και του Τολιάτι
Η γέννηση του κόμματος το 1921 στο Λιβόρνο δεν ήταν απλώς μια οργανωτική σχάση, αλλά μια πνευματική επανάσταση. Υπό τη θεωρητική καθοδήγηση του Αντόνιο Γκράμσι, το PCI ανέπτυξε μια μοναδική οπτική που το διαφοροποίησε από τον στεγνό οικονομισμό της εποχής. Ο Γκράμσι, μέσα από τα κελιά των φασιστικών φυλακών, κληροδότησε στο κόμμα την έννοια της «πολιτισμικής ηγεμονίας», διδάσκοντας ότι η κατάληψη της εξουσίας προϋποθέτει την κατάκτηση των πνευματικών και ηθικών οχυρών της κοινωνίας.
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Παλμίρο Τολιάτι μετέφρασε αυτή τη θεωρία σε πολιτική πράξη μέσω της περίφημης «στροφής του Σαλέρνο». Επιλέγοντας τη συνεργασία με τις αντιφασιστικές δυνάμεις για τη σωτηρία της χώρας, ο Τολιάτι δημιούργησε το «κόμμα νέου τύπου» (partito nuovo): ένα κόμμα μαζών, ριζωμένο σε κάθε γειτονιά, εργοστάσιο και πνευματικό ίδρυμα. Το PCI δεν ήταν πλέον μια κλειστή ομάδα επαναστατών, αλλά ένας θεσμικός πυλώνας που συμμετείχε ενεργά στη σύνταξη του δημοκρατικού Συντάγματος του 1948, διασφαλίζοντας ότι η ιταλική δημοκρατία θα είχε έντονο κοινωνικό και λαϊκό χαρακτήρα.
Η αναζήτηση του τρίτου δρόμου
Η δεκαετία του 1970 σηματοδότησε την κορύφωση της επιρροής του PCI, με τον Ενρίκο Μπερλινγκουέρ να ενσαρκώνει το όραμα μιας Αριστεράς που δεν φοβάται να αναμετρηθεί με τις δυτικές ελευθερίες. Ο Μπερλινγκουέρ υπήρξε ο αρχιτέκτονας του Ευρωκομμουνισμού, μιας τολμηρής προσπάθειας να αποσυνδεθεί το κομμουνιστικό κίνημα από τον σοβιετικό εναγκαλισμό και να ταυτιστεί με την κοινοβουλευτική δημοκρατία, τον πλουραλισμό και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.
Η πρόταση του «Ιστορικού Συμβιβασμού» με τη Χριστιανοδημοκρατία έχει υποστηριχτεί ότι δεν ήταν μια πράξη υποχώρησης, αλλά μια στρατηγική επιλογή για τη θωράκιση της χώρας από το φάσμα του αυταρχισμού και τις «στρατηγικές της έντασης». Παράλληλα, η εισαγωγή του όρου «ηθικό ζήτημα» (questione morale) από τον Μπερλινγκουέρ, ανέδειξε τη διαφθορά του πολιτικού συστήματος και κατέστησε το PCI ως τη μόνη «καθαρή» δύναμη στα μάτια εκατομμυρίων Ιταλών. Το κόμμα έγινε το εργαστήριο μιας υποδειγματικής τοπικής αυτοδιοίκησης, όπου η «Κόκκινη Εμίλια» και η Μπολόνια έγιναν παγκόσμια πρότυπα κοινωνικής πρόνοιας και αστικής διαχείρισης.
Απέναντι στην Ιταλική Αυτονομία και τους «κακούς» εργάτες
Ενώ το PCI επιδίωκε τον «Ιστορικό Συμβιβασμό» και τη θεσμική σταθερότητα, στο περιθώριο των επίσημων δομών αναπτυσσόταν μια ριζικά διαφορετική μορφή αντίστασης: το κίνημα της Αυτονομίας. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 και καθ’ όλη τη διάρκεια του ’70, μια νέα γενιά «κακών» εργατών και ανέργων αμφισβήτησε την ηγεμονία του κόμματος, θεωρώντας ότι το PCI είχε μετατραπεί σε έναν μηχανισμό διαχείρισης της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων. Η σύγκρουση ήταν μετωπική, καθώς η Αυτονομία προέτασσε την άμεση δράση, τις καταλήψεις και τη μαζική άρνηση πληρωμής εισιτηρίων ή ενοικίων, πρακτικές που το κομμουνιστικό κόμμα καταδίκαζε ως προβοκατόρικες ή επικίνδυνες για τη δημοκρατική νομιμότητα.
Για το PCI, η ανάδυση της Αυτονομίας και των κινημάτων του 1977 αποτελούσε μια υπαρξιακή απειλή που έπρεπε να αντιμετωπιστεί με αυστηρότητα. Το κόμμα υιοθέτησε μια σκληρή γραμμή, ταυτίζοντας συχνά την πολιτική ανυπακοή των αυτόνομων ομάδων με την τρομοκρατία, προκειμένου να προστατεύσει τη στρατηγική της «εθνικής αλληλεγγύης». Αυτή η ρήξη με τα πιο ριζοσπαστικά κομμάτια της νεολαίας και της εργατικής τάξης υπήρξε βαθιά τραυματική· από τη μία πλευρά το κόμμα περιχαρακωνόταν στη θεσμική του σοβαρότητα και από την άλλη τα κινήματα της αυτονομίας βίωναν την καταστολή, κατηγορώντας το PCI ότι είχε χάσει την επαφή του με το «βραδύκαυστο φυτίλι» των κοινωνικών εκρήξεων που σιγοέκαιγε στα γκέτο και τα εργοστάσια της Ιταλίας.
Από το Ρίμινι στη νέα εποχή
Η αντίστροφη μέτρηση για το PCI ξεκίνησε με τον θάνατο του Μπερλινγκουέρ και επιταχύνθηκε δραματικά με τις κοσμογονικές αλλαγές στην Ανατολική Ευρώπη. Στις 12 Νοεμβρίου 1989, μόλις τρεις ημέρες μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, ο Ακίλε Οκέτο προχώρησε στην ιστορική ανακοίνωση στην Μπολόνια, δηλώνοντας ότι το κόμμα έπρεπε να αλλάξει όχι μόνο όνομα και σύμβολο, αλλά και την ίδια του την πολιτική ουσία. Αυτή η «στροφή» (La Svolta) πυροδότησε μια εσωτερική σύγκρουση που κράτησε πάνω από έναν χρόνο, διχάζοντας τη βάση ανάμεσα στην ανάγκη για εκσυγχρονισμό και την πίστη στην ιστορική ταυτότητα.
Η επίσημη αυλαία έπεσε σαν σήμερα, κατά τη διάρκεια του 20ού Συνεδρίου στο Ρίμινι. Με μια ψηφοφορία που σφράγισε το τέλος μιας ολόκληρης εποχής, το PCI αυτοδιαλύθηκε για να μετεξελιχθεί στο Δημοκρατικό Κόμμα της Αριστεράς (PDS), υιοθετώντας ως σύμβολο μια βελανιδιά που στη ρίζα της διατηρούσε το παλιό έμβλημα με το σφυροδρέπανο. Η διάσπαση της «Κομμουνιστικής Επανίδρυσης» που ακολούθησε ήταν η τελευταία πράξη ενός δράματος που συγκλόνισε την ιταλική κοινωνία.
Η ιστορική αποτίμηση του PCI παραμένει ένα πεδίο έντονης αντιπαράθεσης. Για πολλούς, το κόμμα υπήρξε ο κορυφαίος εγγυητής της ιταλικής δημοκρατίας, ένας φορέας που εκπολίτισε τις μάζες και πρόσφερε αξιοπρέπεια στον κόσμο της εργασίας. Για άλλους, όπως οι εκφραστές της Αυτονομίας, η εμμονή του στη θεσμική νομιμότητα και η σύγκρουσή του με τα κινήματα του ’70 ήταν η στιγμή που η Αριστερά έχασε την επαφή της με την «καρδιά» των κοινωνικών εκρήξεων. Σήμερα, η απουσία ενός «κόμματος-κόσμου» όπως το PCI είναι εμφανής στην κρίση αντιπροσώπευσης που μαστίζει την Ευρώπη. Η κληρονομιά του μας καλεί να φανταστούμε ξανά ένα κίνημα που θα συνδυάζει την κοινωνική δικαιοσύνη με την αδιαπραγμάτευτη ελευθερία.
Διαβάστε επίσης:
Αφιέρωμα στη ζωή και τη σκέψη του Αντόνιο Γκράμσι
Μάχη του Στάλινγκραντ: Η πανωλεθρία των Ναζί
Μαχάτμα Γκάντι: Η επανάσταση που συγκλόνισε μια αυτοκρατορία











