Η δημόσια εικόνα που προβάλλει η Κίνα είναι σχεδόν μονότονη: κατάπαυση του πυρός, διάλογος, αποφυγή κλιμάκωσης. Πίσω όμως από αυτή τη γλώσσα της «υπεύθυνης δύναμης», το Πεκίνο έχει ήδη χαράξει μια πιο σύνθετη στρατηγική. Δεν στηρίζει στρατιωτικά το Ιράν, δεν σπάει με τα αραβικά κράτη του Κόλπου, αλλά ταυτόχρονα μεταφέρει συστηματικά το βάρος της ευθύνης για τον πόλεμο στις ΗΠΑ και το Ισραήλ, παρουσιάζοντάς τα ως δυνάμεις που παραβιάζουν τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ και δυναμιτίζουν κάθε διπλωματική διέξοδο. Αυτό φαίνεται καθαρά τόσο στις επίσημες δηλώσεις του κινεζικού ΥΠΕΞ όσο και στις παρεμβάσεις της Κίνας στο Συμβούλιο Ασφαλείας.

Το πρώτο κρίσιμο στοιχείο, και μάλλον το λιγότερο προβεβλημένο στη δυτική κάλυψη, είναι ότι η Κίνα δεν έχει επιλέξει «στρατόπεδο» με τον παραδοσιακό τρόπο. Ναι, καταδικάζει ανοιχτά τις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις και υποστηρίζει ότι «ο πόλεμος δεν έπρεπε να είχε αρχίσει». Όμως ταυτόχρονα φροντίζει να διαμηνύει και προς τις μοναρχίες του Κόλπου ότι σέβεται πλήρως την κυριαρχία και την ασφάλειά τους, ότι οι επιθέσεις σε μη στρατιωτικούς στόχους είναι απαράδεκτες και ότι οι θαλάσσιες οδοί δεν πρέπει να διακοπούν. Ο ειδικός απεσταλμένος Ζάι Τζουν έκανε ακριβώς αυτό σε Σαουδική Αραβία, ΗΑΕ, Μπαχρέιν, Κουβέιτ και Αίγυπτο: δεν πήγε ως «δικηγόρος» της Τεχεράνης αλλά ως εγγυητής ισορροπίας.

Αυτό έχει μεγάλη σημασία. Η Κίνα ξέρει ότι η εποχή όπου μπορούσε να επενδύει μόνο στον άξονα Πεκίνο-Τεχεράνη έχει τελειώσει. Οι σχέσεις της με τη Σαουδική Αραβία, τα ΗΑΕ και συνολικά το GCC είναι πολύτιμες για την ενέργεια, τις επενδύσεις, τα logistics και το Belt and Road. Γι’ αυτό και το Πεκίνο επιχειρεί κάτι αρκετά δύσκολο: να εμφανιστεί ως ο μόνος μεγάλος παίκτης που μπορεί να μιλά ταυτόχρονα με Ιράν, Άραβες, ακόμα και με το Ισραήλ, χωρίς να έχει άμεση στρατιωτική εμπλοκή. Αυτή η «πολυκατευθυντική» διπλωματία προβάλλεται και από κινεζικές πηγές ως το συγκριτικό του πλεονέκτημα.

Το δεύτερο, πιο αποκαλυπτικό στοιχείο, είναι ότι η Κίνα ρητορικά πλησιάζει την Τεχεράνη, αλλά πρακτικά τη συγκρατεί. Ο Γουάν Γι, στην τηλεφωνική επικοινωνία με τον Ιρανό ομόλογό του, δεν έδωσε λευκή επιταγή. Του είπε ουσιαστικά ότι «η διαπραγμάτευση είναι πάντα καλύτερη από τη σύγκρουση» και ότι πρέπει να αξιοποιηθεί κάθε παράθυρο για ειρηνευτικές συνομιλίες. Ασιατικές πηγές σημειώνουν μάλιστα ότι, ενώ το Πεκίνο παραμένει στενός εταίρος του Ιράν, «δεν συντάσσεται» με τα ιρανικά πλήγματα κατά κρατών του Κόλπου. Αυτό είναι κομβικό: η Κίνα θέλει το Ιράν όρθιο, όχι όμως ανεξέλεγκτο.

Το τρίτο στοιχείο είναι ο ΟΗΕ. Εκεί η Κίνα δεν παίζει απλώς συμβολικά. Στις 12 Μαρτίου συγκρούστηκε ανοιχτά με τις ΗΠΑ στο Συμβούλιο Ασφαλείας για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, επιχειρώντας μαζί με τη Ρωσία να μπλοκάρει τη συζήτηση για την επιτροπή κυρώσεων 1737. Παράλληλα, ο μόνιμος αντιπρόσωπος Φου Κονγκ κατηγόρησε ευθέως τις ΗΠΑ ότι αποχώρησαν μονομερώς από το JCPOA, πυροδότησαν την κρίση και χρησιμοποίησαν ξανά βία την ώρα που υπήρχαν διαπραγματεύσεις. Με απλά λόγια, η Κίνα προσπαθεί να εγγράψει στο διεθνές αρχείο μια αφήγηση όπου η Ουάσιγκτον είναι ο αναθεωρητικός παίκτης και το Πεκίνο ο υπερασπιστής της διεθνούς νομιμότητας.

Υπάρχει όμως και μια τέταρτη διάσταση, λιγότερο «ιδεολογική» και πολύ πιο σκληρά υλική: το πετρέλαιο και το Ορμούζ. Η κινεζική ηγεσία ξέρει ότι ένας παρατεταμένος αποκλεισμός ή μια χαοτική διέλευση από τα Στενά θα χτυπήσει όχι μόνο την παγκόσμια ανάπτυξη, αλλά και τη δική της βιομηχανική μηχανή. Reuters και SCMP καταγράφουν ότι η σύγκρουση ήδη πιέζει τις κινεζικές εξαγωγές, ανεβάζει το κόστος πρώτων υλών, logistics και ενέργειας και οδηγεί ορισμένες επιχειρήσεις ακόμη και σε προσωρινή μείωση παραγωγής. Άρα η κινεζική «φιλειρηνική» στάση δεν είναι μόνο γεωπολιτική, αλλά είναι και καθαρή οικονομική αυτοάμυνα.

Εδώ υπάρχει και ένα υποδόριο, ιδιαίτερα ενδιαφέρον σημείο: το Πεκίνο φαίνεται να αποδέχεται σιωπηρά μια λειτουργική εξαίρεση για τα δικά του συμφέροντα στο Ορμούζ, χωρίς να το διαφημίζει. Η κινεζική πλευρά δηλώνει μόνο ότι βρίσκεται «σε επικοινωνία με τα σχετικά μέρη» για την αποκλιμάκωση και την ασφάλεια των θαλάσσιων οδών. Την ίδια στιγμή, ασιατικά και διεθνή μέσα καταγράφουν ότι κινεζικής ιδιοκτησίας ή κινεζικά συνδεδεμένα πλοία έχουν επιχειρήσει ή καταφέρει να περάσουν, ενώ η Τεχεράνη μιλά για διέλευση «μη εχθρικών» πλοίων. Αυτό δείχνει ότι η Κίνα, χωρίς δημόσιες θριαμβολογίες, προσπαθεί να μετατρέψει τη σχέση της με το Ιράν σε πρακτικό πλεονέκτημα ασφαλούς διαμετακόμισης. Είναι μία από τις πιο αποκαλυπτικές πτυχές της στάσης της.

Το πέμπτο στοιχείο είναι ότι το Πεκίνο βλέπει στρατηγικό κέρδος στη φθορά της αμερικανικής αξιοπιστίας στον Κόλπο. Αναλύσεις από ασιατικά μέσα που παρακολουθούν στενά την κινεζική στρατηγική επισημαίνουν ότι η αδυναμία των ΗΠΑ να προστατεύσουν κρίσιμες υποδομές και ροές στον Κόλπο υπονομεύει το αμερικανοκεντρικό μοντέλο ασφάλειας της περιοχής. Για την Κίνα, αυτό ανοίγει χώρο όχι απαραίτητα για στρατιωτική αντικατάσταση των ΗΠΑ, αλλά για πολιτική και οικονομική διείσδυση σε μια «μετα-αμερικανική» αρχιτεκτονική ασφαλείας, όπου οι χώρες του Κόλπου θα αναζητούν περισσότερες από μία ομπρέλες.

Υπάρχει όμως και ένα όριο που δεν πρέπει να αγνοηθεί: η Κίνα δεν θέλει κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος, αλλά ούτε και νίκη του Ιράν που θα πυρπολήσει την περιοχή. Θέλει ένα Ιράν αρκετά ισχυρό ώστε να μην εξαφανιστεί από τον χάρτη, αλλά αρκετά περιορισμένο ώστε να μην τινάξει στον αέρα το εμπόριο, την ενέργεια και τις σχέσεις του Πεκίνου με τους Άραβες εταίρους του. Γι’ αυτό και συνδυάζει τρία φαινομενικά αντιφατικά βήματα: ανθρωπιστική βοήθεια στο Ιράν και σε άλλες πληγείσες χώρες, στήριξη σε ιρανικές θέσεις στον ΟΗΕ, αλλά και ταυτόχρονη αποστασιοποίηση από ιρανικά πλήγματα σε γειτονικά αραβικά κράτη.

Αν θέλουμε λοιπόν να συνοψίσουμε τη στάση της Κίνας σε μία φράση, αυτή θα ήταν η εξής: το Πεκίνο θέλει να κερδίσει από τον πόλεμο χωρίς να καεί μέσα σε αυτόν. Θέλει να εμφανιστεί ως δύναμη ειρήνης, να χρεώσει το κόστος της κλιμάκωσης στις ΗΠΑ και το Ισραήλ, να κρατήσει την Τεχεράνη κοντά, να μην αποξενώσει τα αραβικά καθεστώτα και να αποδείξει ότι η αμερικανική ασφάλεια στην περιοχή δεν είναι πια ούτε δωρεάν ούτε αξιόπιστη. Δεν είναι ουδέτερο. Δεν είναι όμως και «σύμμαχος πολέμου» του Ιράν. Είναι κάτι πιο σύγχρονο και ίσως πιο επικίνδυνο: ένας υπομονετικός παίκτης ισχύος που επενδύει στην εξάντληση των άλλων.