Οι πρώτες 48 ώρες του αποκλεισμού από το αμερικανικό ναυτικό των Στενών του Ορμούζ, επηρέασαν ελάχιστα την κυκλοφορία σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία από τις πλατφόρμες δορυφορικής αποτύπωσης της παγκόσμιας ναυσιπλοΐας. Ήδη από πριν αυτός εφαρμοστεί κατόπιν της εντολής του Ντόναλντ Τράμπ, είχε επισημανθεί από στρατιωτικούς αναλυτές ότι πρόκειται για ένα εργαλείο πίεσης, το οποίο στοχεύει στη διαφοροποίηση των διαπραγματευτικών συνθηκών για τον πρόεδρο των ΗΠΑ ώστε να δημιουργήσει μια αίσθηση ασφυξίας κι επιβολής έναντι της Τεχεράνης.
Βεβαίως το μέτρο αυτό, είναι πιο πιθανό να σκληρύνει τη θέση του Ιράν παρά να τη διασπάσει. Με αμφότερες τις πλευρές να έχουν μαξιμαλιστικές απαιτήσεις και τα στρατιωτικά μέσα να αυξάνονται στο πεδίο για τις αμερικανικές δυνάμεις ενώ το Ιράν διατηρεί υψηλή αποτρεπτική ικανότητα παρά τις επιθέσεις που έχει δεχθεί, ο κίνδυνος τυχαίας ή σκόπιμης κλιμάκωσης παραμένει υψηλός. Την ίδια στιγμή το εμπόριο και οι διεθνείς αγορές αποτυπώνουν σε απλά μαθηματικά την πολεμική στρατηγική του Τράμπ και οι προβλέψεις είναι αρκετά ζοφερές.
Στο ψυγείο η παγκόσμια ανάπτυξη
Την ώρα που ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ εξελισόταν το Διεθνές Νομισματικό ταμείο έδινε στη δημοσιότητα έκθεση, η οποία υποβάθμιζε την Παγκόσμια ανάπτυξη και προέβλεπε υψηλότερο παγκόσμιο πληθωρισμό στο 4,4%, αυξημένο κατά 0,6 μονάδες, λόγω της αύξησης του κόστους πετρελαίου, φυσικού αερίου και λιπασμάτων.
Ο επικεφαλής του οικονομικού προγράμματος δήλωσε ότι αναμένει ότι η παγκόσμια οικονομία θα αναπτυχθεί κατά 3,1% φέτος, μια επιβράδυνση από την προηγούμενη πρόβλεψή του για 3,3%, την οποία είχε δημοσιεύσει πριν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ ξεκινήσουν τον πόλεμό τους στο Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου.
«Οι τρέχουσες εχθροπραξίες στη Μέση Ανατολή θέτουν άμεσους πολιτικούς συμβιβασμούς: μεταξύ της καταπολέμησης του πληθωρισμού και της διατήρησης της ανάπτυξης και μεταξύ της υποστήριξης όσων επηρεάζονται από το αυξανόμενο κόστος ζωής και της ανοικοδόμησης δημοσιονομικών αποθεμάτων. Θα είναι εξαιρετικά άνισο μεταξύ των χωρών, πλήττοντας περισσότερο τις χώρες στην περιοχή των συγκρούσεων, τις χώρες χαμηλού εισοδήματος που εισάγουν εμπορεύματα και τις αναδυόμενες οικονομίες της αγοράς», δήλωσε σε ανακοίνωσή του ο επικεφαλής οικονομολόγος Pierre-Olivier Gourinchas.
Ο Τραμπ κοιτάζει τις αγορές κι επιχειρεί να πείσει πως διατηρεί τον έλεγχο και το πάνω χέρι στο σκηνικό που έχει διαμορφωθεί ενώ ισχυρίζεται μάλιστα ότι η Κίνα και οι ΗΠΑ συνεργάζονται και ότι το Πεκίνο είναι χαρούμενο που ανοίγει το Στενό του Ορμούζ.
«Η Κίνα είναι πολύ χαρούμενη που ανοίγω μόνιμα το Στενό του Ορμούζ. Το κάνω και για αυτούς – και για τον κόσμο. Αυτή η κατάσταση δεν θα ξανασυμβεί ποτέ», δήλωσε χθές, ο Τραμπ σε ανάρτηση του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και λίγη ώρα αργότερα σχολίασε πως σε επικοινωνία με το Πεκίνο ζήτησε να μην στείλουν όπλα στο Ιράν.
Η Κίνα προσπέρασε τις δηλώσεις αυτές ασχολίαστες.
ΙΡΑΝ
Στην αντίπερα όχθη ο στρατός του Ιράν προειδοποίησε ότι θα μπλοκάρει το εμπόριο μέσω της Ερυθράς Θάλασσας, καθώς και του Κόλπου ευρύτερα, εάν συνεχιστεί ο ναυτικός αποκλεισμός των ΗΠΑ στα ιρανικά λιμάνια. Αν και οι ώρες του πολέμου δεν αφήνουν τη σκέψη των πολιτών να ταξιδέψει σε ζητήματα που δεν σχετίζονται με την άμεση επιβίωση, η οικονομική πραγματικότητα είναι δραματική στη χώρα.
Οι πρώτες ημέρες της εκεχειρίας έδωσαν την ευκαιρία στους κατοίκους των ιρανικών μεγαλουπόλεων να επιστρέψουν στις εργασίες τους. Ή τουλάχιστον σε όσους έχουν ακόμα εργασία, καθώς αρκετές επιχειρήσεις έχουν προχωρήσει σε μαζικές απολύσεις (σύμφωνα με ρεπορτάζ του ανταποκριτή του Al Jazeera από την Τεχεράνη). Οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί και οι πυραυλικές επιθέσεις έχουν θέσει εκτός λειτουργίας τα κορυφαία χαλυβουργεία του Ιράν, τους κατασκευαστές πετροχημικών, τους παραγωγούς αλουμινίου, τα αεροδρόμια και τα πολιτικά αεροσκάφη, τα λιμάνια και τις τελωνειακές αρχές, τις γέφυρες και τα σιδηροδρομικά δίκτυα, καθώς και τις εγκαταστάσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Στην αγορά ορισμένα από τα προϊόντα είναι περίπου 20-30% πιο ακριβά σε σύγκριση με τα τέλη Ιανουαρίου ενώ είναι ασαφές πότε και σε ποιες τιμές θα μπορούσαν να εισαχθούν νέα αγαθά στο μέλλον λόγω του πολέμου.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως πρόκειται για τη δεύτερη αύξηση τιμών μέσα σε λίγους μήνες καθώς αντίστοιχη είχε σημειωθεί αμέσως μετά τις πανεθνικές διαδηλώσεις, κατά τις οποίες χιλιάδες σκοτώθηκαν πολιτών.
Σύμφωνα με οικονομικούς αναλυτές θα χρειάζονταν χρόνια για να ανοικοδομηθεί το Ιράν ακόμη και αν ο πόλεμος τελείωνε αυτή τη στιγμή, και αυτό ήρθε να επιβαρύνει την κατάσταση ενώ η χώρα αντιμετώπιζε μια τεράστια δημοσιονομική κρίση ήδη πριν από τον πόλεμο.
Το ΔΝΤ επισημαίνει ότι το Ιράν αντιμετωπίζει μια από τις μεγαλύτερες αναθεωρήσεις ανάπτυξης σε παγκόσμιο επίπεδο. Η Τεχεράνη αναφέρει πως οι ζημίες που υπέστη μόνο στις υποδομές φτάνουν τα 270 δις δολάρια χωρίς να παρέχει επιπλέον στοιχεία. Αναφορές ξένων διπλωματών περιλαμβάνουν γέφυρες, λιμάνια και σιδηροδρομικά δίκτυα, πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα, καθώς και αρκετούς σταθμούς παραγωγής ενέργειας και μονάδες αφαλάτωσης νερού στη λίστα με τους στόχους που επλήγησαν άμεσα, ενώ μεγάλος αριθμός νοσοκομείων, σχολείων και κατοικιών πολιτών υπέστησαν ζημιές ή καταστράφηκαν. Με βάση τα παραπάνω στοιχεία γίνεται κατανοητό πως για το Ιράν οι άρση των κυρώσεων και οι πολεμικές αποζημιώσεις (που θα μπορούσαν να ενταχθούν σε ένα πλαίσιο τελών διέλευσης των πλοίων στο Ορμούζ) δεν αποτελούν μια μαξιμαλιστική προσέγγιση των διαπραγματεύσεων αλλά ζήτημα ζωτικής σημασίας για την αναδιάρθρωση της οικονομίας. Με δεδομένο πως ο αντίκτυπος των στρατιωτικών επιχειρήσεων εναντίον του θα γίνει κατανοητός και πιο έντονος κατόπιν του τέλους του πολέμου, το καθεστώς κατανοεί ότι το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης των όρων της όποιας συμφωνίας θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό και την εσωτερική σταθερότητα.
ΗΠΑ
Στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής η άνεση την οποία εμφανίζει ο αμερικανός πρόεδρος για την εξακολούθηση του πολέμου δεν προκύπτει από τα οικονομικά μεγέθη της χώρας και αν κάποιος επιχειρήσει μια πιο εμπεριστατωμένη προσέγγιση των δεδομένων, προκύπτει πως ο πόλεμος θα κοστίσει στους αμερικανούς φορολογούμενους πολύ περισσότερο από ότι εμφανίζει το επιτελείο Τράμπ.
Ο Λευκός Οίκος ζήτησε από το Κογκρέσο να αυξήσει τον αμυντικό προϋπολογισμό των ΗΠΑ στα 1,5 τρισεκατομμύρια δολάρια, κάτι που (εφόσον συμβεί) θα σήμαινε τη μεγαλύτερη επέκταση των στρατιωτικών δαπανών από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα 200 δις δολάρια που είχαν εξ αρχής ζητηθεί για τον πόλεμο στο Ιράν δεν συνυπολογίζονται στο παραπάνω ποσό. Οι δαπάνες αυτές θα επιβαρύνουν σημαντικά το αυξανόμενο δημοσιονομικό έλλειμμα των ΗΠΑ.
Ένα τρις δολάρια το κόστος του πολέμου σύμφωνα με έρευνα του Χάρβαρντ
Έρευνα της Linda Bilmes, καθηγήτριας δημόσιας πολιτικής στη Σχολή Κένεντι του Χάρβαρντ που δημοσιεύθηκε δύο ημέρες πριν από την προσωρινή ανακοίνωση της εκεχειρίας στις 8 Απριλίου, εντόπισε διάφορους λόγους για τους οποίους αυτή η στρατιωτική επιχείρηση θα μπορούσε να έχει καταστροφικές συνέπειες για το εθνικό χρέος των ΗΠΑ στο μέλλον. Η ίδια εκτιμά ότι το κόστος του πολέμου στο Ιράν θα φτάσει το 1 τρισεκατομμύριο και το αναλύει ως εξής.
Οι πρώτες έξι ημέρες της στρατιωτικής επιχείρησης κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας, που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου, έφεραν το κόστος στα 11,3 δισεκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με την ενημέρωση του Πενταγώνου προς το Κογκρέσο.“Το βραχυπρόθεσμο, αρχικό κόστος ανέρχεται συνολικά σε περίπου 2 δισεκατομμύρια δολάρια την ημέρα κατά τη διάρκεια των 40 ημερών της ζωντανής σύγκρουσης. Αυτό περιλαμβάνει την τιμή των πυρομαχικών, των στρατευμάτων και τις ζημιές σε στρατιωτικά περιουσιακά στοιχεία – όπως η κατάρριψη τριών μαχητικών αεροσκαφών F-15 λόγω φίλια πυρά από το Κουβέιτ”. Ωστόσο επισημαίνει ότι το βραχυπρόθεσμο κόστος είναι υψηλότερο από ό,τι εμφανίζεται στα χαρτιά, καθώς το Πεντάγωνο αναφέρει στοιχεία με βάση την αξία των αποθεμάτων και όχι την πραγματική τιμή αντικατάστασης αυτών σήμερα, η οποία θα είναι πολύ υψηλότερη.
Τονίζει επίσης πως «ο σημερινός δανεισμός για τη χρηματοδότηση του πολέμου γίνεται με υψηλότερα επιτόκια, επιπλέον μιας μεγαλύτερης βάσης χρέους» σε σχέση με άλλους πολέμους του παρελθόντος. Συγκρίνει για παράδειγμα τον πόλεμο στο Ιράν με εκείνο στο Ιράκ το 2003, ο οποίος κόστισε συνολικά 2 τρισεκατομμύρια δολάρια, αλλά το δημόσιο χρέος κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου ήταν κάτω από 4 τρισεκατομμύρια δολάρια. Σήμερα, είναι πάνω από 31 τρισεκατομμύρια δολάρια, και μεγάλο μέρος αυτού προέρχεται από τους προηγούμενους πολέμους στο Ιράκ και το Αφγανιστάν. Η αποληρωμή των τόκων του σημερινού δανεισμού θα εκτινάξει σύμφωνα με την Bilmes το κόστος του πολέμου το οποίο θα μετακυλιστεί στις μελλοτνικές γενιές. Τέλος εκτιμά πως το κόστος του πολέμου μακροπρόθεσμα θα επιβαρυνθεί και από την ανακατασκευή των κατεστραμμένων εγκαταστάσεων και αποθεμάτων – όχι μόνο για τα στρατιωτικά περιουσιακά στοιχεία των ΗΠΑ στην περιοχή, αλλά και για τις υποδομές των συμμάχων τους στον Κόλπο.
Με απλά λόγια και με τον πληθωρισμό στις ΗΠΑ να σκαρφαλώνει σύντομα πάνω από το 3,3% η άνεση του Ντόναλντ Τράμπ για τις αμερικανικές αντοχές δεν αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα της οικονομίας που ο ίδιος θα απογείωνε με τις πολιτικές του.








