Το «δημοκρατικό έλλειμα» και «η κρίση δημοκρατίας» είναι δυο όροι πουν έχουν απασχολήσει πολιτικούς επιστήμονες αναλυτές την τελευταία δεκαετία. Η άνοδος του κ. Τραμπ στην διακυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών, το 2016 έκανε την συζήτηση αυτή ακόμα πιο έντονη, και με τα παραδείγματα του Brexit, Meloni, Orban και Erdogan. που είχε αρχίσει από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 γύρω από την «δημοκρατία» ιδιαίτερα της «φιλελεύθερης δημοκρατίας».

Η πτώση της Σοβιετικής Ένωσης και η ταυτοποίηση της Δύσης και των Ηνωμένων Πολιτειών με το δημοκρατικό πολίτευμα, δημιούργησε μια αίσθηση θριάμβου της δημοκρατίας. Από τον Fukuyama και το «πιθανόν τέλος της ιστορίας», τον Huntington και «τις συγκρούσεις των πολιτισμών» και τα «δημοκρατικά κύματα», σε δυο διαφορετικά πονήματα, τον Friedman, με τον «επίπεδο κόσμο» και τον Diamond και την «δημοκρατία ως παγκόσμια αξία», υπήρχε μια πλούσια βιβλιογραφία και «δοξολογία της δημοκρατίας» ως επικρατέστερου πολιτεύματος.

Σε μεγάλο βαθμό, αυτή η ταύτισή της δημοκρατίας επηρέασε τις παρεμβατικές γεωπολιτικές επιλογές της Αμερικής το πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα.. Βλέποντας την δημοκρατία και την εξάπλωση της ως στρατηγική επιλογή. Εκτός του Robert Putnam, αυτή η αντίληψη της δημοκρατίας, αγνοούσε και αναιρούσε το βασικό παράγοντα στην εδραίωση και εκβάθυνση της δημοκρατίας, την κοινωνίας των πολιτών. Την ίδια εποχή, ο Putnam από το 1995 είχε εντοπίσει τα συμπτώματα της επερχόμενης κρίσης εντοπίζοντας τους παράγοντες που οδηγούν στην διολίσθηση «κοινωνικής εμπιστοσύνης». Η εμπιστοσύνη και η δημοκρατία δεν επιβάλλονται σε μία κοινωνία και χωρίς κοινωνική συνοχή δεν υπάρχει δημοκρατία.

Ενδεικτικό της διαφορετικής αντίληψης περί δημοκρατίας είναι το γεγονός πως ο όρος που ευρέως χρησιμοποιήθηκε τα τελευταία τριάντα χρόνια είναι αυτός της «φιλελεύθερης δημοκρατίας», που εμπεριέχει και ένα οικονομικό σύστημα βασισμένο στο άτομο και όχι στην κοινωνία. Το φιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο βασίζεται στον άτομο, στον ανταγωνισμό και τα ίσά δικαιώματα πρόσβασης στην αγορά με απώτερο στόχο τον ωφελιμισμό και την μεγιστοποίηση του κέρδους, έναντι του κόστους. Σε αυτό το πλαίσιο, το φιλελεύθερος «άτομο/μονάδα» και ο δημοκρατικός «πολίτης» δεν είναι απαραίτητα συμβατά, διότι έχουν διαφορετικές έννοιες του ατομικού και του κοινού καλού. Ο φιλελεύθερος λειτουργεί με την λογική καταναλωτή/πελάτη παραμερίζοντας η θέτοντας σε δευτερεύοντα μοίρα την συνοχή της κοινωνίας.

Αυτή η αμφισβήτηση και περιθωριοποίηση της κοινωνίας καθιστώντας την αδύναμη και αφήνει τους πολίτες απροστάτευτους ιδιαίτερα στο οικονομικό πλαίσιο του φιλελευθέρου ανταγωνισμού. Το αποτέλεσμά είναι η δημιουργία ανισοτήτων όχι απαραίτητα ως προς την διανομή αλλά ως προς την πρόσβαση στην αγορά. Δεν είναι απαραιτητα, θέμα «σοσιαλιστικού μοντέλου», αλλά μίας δυσαρέσκειας με την φιλελεύθερη δημοκρατία.

Δυστυχώς τα τελευταία τριάντα χρόνια του μονοπωλίου της φιλελεύθερης δημοκρατίας η λογική του καταναλωτή έναντι των αξιών του πολίτη έχουν υπερτερήσει. Η έλλειψη δημοκρατίας και ισοπολιτείας δημιουργούν δυσαρέσκεια και ανασφάλεια και χωρίς την κοινωνία των πολίτων οδεύει στους «ασφαλείς λιμένες» του αυταρχισμού. Η σημερινή καταγεγραμμένη απάθεια, η έλλειψη αντιπολιτευτικού οράματος, και οργανωμένου κομματικού λόγου οδηγεί σε περεταίρω διολίσθηση.

Η αναστροφή αυτής της κρίσης θα είναι χρονοβόρα και δύσκολη, ιδιαίτερα εάν διανοηθούμε πως η εδραίωση της δημοκρατία και της κοινωνίας των πολιτών πριν δυο αιώνες επήλθαν μετά από ιστορικές τραγωδίες και καταστροφές και σε έναν πολύ διαφορετικό κόσμο.