Για χρόνια στην Ελλάδα μάθαμε να διαβάζουμε την Τουρκία σχεδόν κινηματογραφικά: μια NAVTEX, ένα ερευνητικό, μερικές υπερπτήσεις, ένας στόλος που κινείται, μια τηλεοπτική έξαρση και ξανά στο τραπέζι το γνωστό σενάριο του «θερμού επεισοδίου». Μόνο που αυτή είναι η εύκολη ανάγνωση. Η πιο δύσκολη, και ίσως πιο ακριβής, είναι ότι η Άγκυρα δεν χρειάζεται πάντα έκρηξη για να παράγει αποτέλεσμα. Της αρκεί συχνά κάτι πολύ πιο χρήσιμο: η μονιμοποίηση της αμφισβήτησης.

Αυτό είναι και το νόημα του ζητήματος των 6 ναυτικών μιλίων. Δεν πρόκειται απλώς για μια νομική διαφορά ή για ένα τεχνικό επεισόδιο του ελληνοτουρκικού φακέλου. Είναι η συμπυκνωμένη γεωπολιτική του Αιγαίου. Η Ελλάδα θεωρεί ότι, βάσει του διεθνούς δικαίου της θάλασσας, έχει δικαίωμα να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα έως τα 12 ν.μ.· η Τουρκία, που από το 1995 έχει χαρακτηρίσει ένα τέτοιο ενδεχόμενο αιτία πολέμου στο Αιγαίο, αντιμετωπίζει ακόμη και τη συζήτηση ως μοχλό πίεσης. Φέτος, τον Ιανουάριο, η Αθήνα επανέφερε ανοικτά το ενδεχόμενο περαιτέρω επέκτασης, ακόμη και στο Αιγαίο, και η Άγκυρα αντέδρασε ξανά, δείχνοντας ότι το θέμα δεν έχει αδρανήσει καθόλου πίσω από το πιο ήπιο διπλωματικό κλίμα.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία. Η τουρκική στρατηγική δεν στηρίζεται μόνο στη θεαματική κορύφωση. Στηρίζεται στην αποτροπή της οριστικοποίησης. Δηλαδή στο να μην επιτρέψει ποτέ στην ελληνική θέση να αποκτήσει εκείνη τη βαρύτητα που θα τη μετατρέψει, στην πράξη και όχι μόνο στη θεωρία, σε μη αναστρέψιμο δεδομένο. Αν η Αθήνα δεν επεκτείνει χωρικά ύδατα, αν κάθε ερευνητική δραστηριότητα πρέπει να “συνυπολογίζει” τουρκικές αντιρρήσεις, αν ακόμη και οι πιο καθημερινές χρήσεις του θαλάσσιου χώρου συνοδεύονται από ένσταση, τότε η Τουρκία πετυχαίνει κάτι στρατηγικά πολύ πιο χρήσιμο από μια στιγμιαία κρίση: διατηρεί το πεδίο ρευστό.

Και αυτό το ρευστό πεδίο δεν συντηρείται μόνο με φρεγάτες. Τις τελευταίες ημέρες, η Ελλάδα ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Ένωση να παρέμβει για αυτό που χαρακτήρισε παράνομη αλιευτική δραστηριότητα και παραβίαση του θαλάσσιου δικαίου από Τούρκους αλιείς στο Αιγαίο και στην ανατολική Μεσόγειο. Η είδηση έχει σημασία ακριβώς επειδή δείχνει τη μετάβαση από τη μεγάλη εικόνα της κρίσης στη χαμηλής έντασης, καθημερινή τριβή. Το νέο Αιγαίο της πίεσης δεν χρειάζεται κάθε μέρα πολεμικά πλοία. Μπορεί να λειτουργεί και με αλιευτικά, με αμφισβητούμενες πρακτικές χρήσης, με μικρές αλλά συσσωρευτικές δοκιμές των ορίων.

Αυτό είναι και το πιο δύσκολο για την ελληνική πλευρά: η διαρκής αμφισβήτηση δεν προσφέρει πάντα έναν καθαρό, θεαματικό στόχο αντίδρασης. Δεν έχει πάντοτε την ευκολία του «συναγερμού». Δεν παράγει υποχρεωτικά τη διεθνή προσοχή που παράγει ένα θερμό επεισόδιο. Αντίθετα, δουλεύει αργά, σχεδόν γραφειοκρατικά, πάνω στην ιδέα ότι τίποτε δεν πρέπει να θεωρείται αυτονόητο αν η Άγκυρα δεν το έχει αποδεχθεί. Γι’ αυτό και η Τουρκία δείχνει τόσο σταθερό ενδιαφέρον όχι μόνο για τις μεγάλες θαλάσσιες ζώνες αλλά και για τις ερευνητικές δραστηριότητες, τη θαλάσσια χωροθέτηση, την αλιεία και συνολικά για κάθε πρακτική που μπορεί να παράγει τετελεσμένο. Τον Ιανουάριο μάλιστα υποστήριξε ότι η Ελλάδα οφείλει να συντονίζει ερευνητικές δραστηριότητες σε αμφισβητούμενα ύδατα, επαναφέροντας ακριβώς αυτή τη λογική της μη μονομερούς κανονικότητας.

Θα πει κανείς: μα δεν υπάρχει και διάλογος; Υπάρχει. Τον Φεβρουάριο, Μητσοτάκης και Ερντογάν συναντήθηκαν στην Άγκυρα, μίλησαν για βελτίωση σχέσεων, για εμπόριο, για συνεργασία στο μεταναστευτικό και για διάθεση να δουλέψουν εντός του διεθνούς δικαίου. Όλα αυτά είναι υπαρκτά και χρήσιμα. Μόνο που δεν αναιρούν το βασικό: οι θαλάσσιες διαφορές, το Αιγαίο και η ανατολική Μεσόγειος παραμένουν στον πυρήνα της αντιπαράθεσης, και μάλιστα σε περιοχές που έχουν στρατηγική και δυνητικά ενεργειακή σημασία. Ο διάλογος, δηλαδή, δεν ακυρώνει τη δομή της σύγκρουσης. Απλώς τη χαμηλώνει από τα πρωτοσέλιδα.

Και ίσως αυτό να είναι το πιο ύπουλο στοιχείο της περιόδου που ζούμε: η ηρεμία παράγει συχνά ψευδαίσθηση λύσης. Όταν δεν έχουμε υπερπτήσεις, βαρύγδουπες δηλώσεις και στόλους σε τροχιά σύγκρουσης, η ελληνική δημόσια συζήτηση τείνει να πιστεύει ότι το πρόβλημα μπήκε στο ψυγείο. Στην πραγματικότητα, μπορεί απλώς να άλλαξε μορφή. Από την ανοιχτή όξυνση μεταφέρεται στη χαμηλής έντασης φθορά, στη θεσμική πίεση, στην καθημερινή δοκιμή του τι θα ανεχθεί η άλλη πλευρά και πού θα αντιδράσει.

Η Αθήνα, από την πλευρά της, επιμένει ότι η μόνη διαφορά που αναγνωρίζει είναι η οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών. Αυτή είναι μια καθαρή και συνεκτική θέση. Όμως εδώ εμφανίζεται το μεγάλο στρατηγικό δίλημμα: ένα δικαίωμα που θεωρείς αυτονόητο βάσει διεθνούς δικαίου, αλλά δεν το ασκείς επειδή ο άλλος το έχει εντάξει στη δική του αρχιτεκτονική απειλής, για πόσο παραμένει πολιτικά ουδέτερο; Δεν χάνεται νομικά, αλλά φθείρεται ως ενεργό εργαλείο κυριαρχίας. Και ακριβώς σε αυτή τη φθορά επενδύει η Άγκυρα.

Άρα όχι, η τουρκική στρατηγική δεν είναι πάντα η έκρηξη. Συχνά είναι κάτι πιο ψυχρό και πιο αποτελεσματικό: να κρατά το Αιγαίο σε μια κατάσταση μόνιμης εκκρεμότητας. Να εμποδίζει την τελική κατοχύρωση. Να μετατρέπει το αυτονόητο σε υπό διαπραγμάτευση πεδίο.

Κι αυτό είναι ίσως το πραγματικό πρόβλημα για την Ελλάδα. Όχι όταν η Άγκυρα φωνάζει. Αλλά όταν καταφέρνει να κάνει την αμφισβήτηση να μοιάζει με κανονικότητα.