Η γέννηση του Ιωάννη Καποδίστρια στην Κέρκυρα, στις 11 Φεβρουαρίου 1776, σηματοδότησε την αφετηρία μιας ζωής που έμελλε να σμιλέψει τα θεμέλια του νεοελληνικού κράτους μέσα από τις στάχτες της Επανάστασης. Σήμερα, η δημόσια συζήτηση γύρω από το πρόσωπό του υπερβαίνει τη στενή βιογραφική αφήγηση και μετατρέπεται σε ένα πεδίο έντονης ιδεολογικής σύγκρουσης. Από τη μία πλευρά, ο Καποδίστριας παρουσιάζεται ως ο φωτισμένος «πατερούλης» που βρήκε ένα χάος και επιχείρησε να το μετατρέψει σε ευνομούμενη πολιτεία, ενώ από την άλλη, οι επικριτές του τον καταγγέλλουν ως έναν αυταρχικό διπλωμάτη που κήρυξε ουσιαστικά δικτατορία, θεωρώντας τα δημοκρατικά συντάγματα «ξυράφι στα χέρια μικρού παιδιού».
Ο αρχιτέκτονας της ευρωπαϊκής διπλωματίας και η Ιερά Συμμαχία
Η πολιτική μήτρα του Καποδίστρια δεν ήταν η επαναστατημένη Ελλάδα, αλλά τα σαλόνια της ευρωπαϊκής διπλωματίας και η αυλή του Τσάρου Αλέξανδρου Α’. Ως Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και πρωταγωνιστής στο Συνέδριο της Βιέννης το 1815, ο Καποδίστριας υπήρξε ένας από τους βασικούς συντελεστές της ισορροπίας δυνάμεων στην Ευρώπη μετά την πτώση του Ναπολέοντα. Η παιδεία του και η πρότερη εμπειρία του στην Ιόνιο Πολιτεία τον είχαν εμποτίσει με τις αρχές της «Φωτισμένης Δεσποτείας». Πίστευε ακράδαντα ότι η πρόοδος των λαών επιτυγχάνεται μέσω μιας στιβαρής, κεντρικής διοίκησης που μεριμνά για το κοινό καλό, πριν παραχωρήσει πολιτικές ελευθερίες σε μια κοινωνία που δεν έχει ακόμη ωριμάσει εκπαιδευτικά και θεσμικά.
Αυτή η κοσμοθεωρία εξηγεί την αρχική του επιφύλαξη απέναντι στην Ελληνική Επανάσταση. Ο Καποδίστριας φοβόταν τον «Ιακωβινισμό» και τον όλεθρο που θα μπορούσε να επιφέρει μια πρόωρη εξέγερση χωρίς τη στήριξη των Μεγάλων Δυνάμεων. Παρά τις προσπάθειές του να αποτρέψει τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, η ιστορική αναγκαιότητα τον ξεπέρασε, αναγκάζοντάς τον τελικά να εγκαταλείψει το ρωσικό αξίωμά του και να ταχθεί στην υπηρεσία του έθνους, όταν οι συνθήκες ωρίμασαν.
Το χάος της άφιξης και η στρατηγική της συγκέντρωσης
Όταν ο Καποδίστριας αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο τον Ιανουάριο του 1828, η εικόνα που αντίκρισε ήταν αποκαρδιωτική. Δεν υπήρχε κράτος, παρά μόνο μια γεωγραφική έκταση ρημαγμένη από τον πόλεμο, την πείνα και τις εμφύλιες διαμάχες. Ο αναλφαβητισμός άγγιζε το 95%, η πειρατεία λυμαινόταν τις θάλασσες και η οικονομία ήταν ανύπαρκτη. Οι τοπικοί άρχοντες, οι κοτζαμπάσηδες και οι οπλαρχηγοί λειτουργούσαν ως αυτόνομοι ηγεμόνες, αρνούμενοι να υποταχθούν σε μια κεντρική εξουσία.
Για τον Καποδίστρια, η εφαρμογή των φιλελεύθερων συνταγμάτων της Τροιζήνας σε ένα τέτοιο περιβάλλον ήταν αδύνατη. Η κίνησή του να αναστείλει το Σύνταγμα και να διαλύσει τη Βουλή, αντικαθιστώντας την με το συμβουλευτικό «Πανελλήνιον», υπήρξε η ληξιαρχική πράξη γέννησης της αυταρχικής του διακυβέρνησης. Στα μάτια του, αυτό δεν ήταν δικτατορία με τη σύγχρονη έννοια, αλλά μια «αναγκαία κηδεμονία» για να μπορέσει το κράτος να αποκτήσει υπόσταση. Ωστόσο, αυτή η επιλογή δημιούργησε ένα ανεπανόρθωτο ρήγμα με τη δημοκρατική πτέρυγα της Επανάστασης, η οποία έβλεπε στις πράξεις του μια προδοσία των αγώνων για ελευθερία.
Διπλωματικοί ελιγμοί για την ανεξαρτησία
Παρά την εσωτερική κατακραυγή, η συμβολή του Καποδίστρια στο διεθνές πεδίο υπήρξε καταλυτική. Με μια σειρά από αριστοτεχνικούς ελιγμούς, κατάφερε να εκμεταλλευτεί τις αντιθέσεις μεταξύ Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας. Ενώ η Αγγλία επιδίωκε ένα μικρό και υποτελές προτεκτοράτο στην Πελοπόννησο, ο Καποδίστριας επέμενε στην επέκταση των συνόρων και την πλήρη ανεξαρτησία.
Συνεχίζοντας τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Στερεά Ελλάδα και δημιουργώντας εδαφικά τετελεσμένα, ανάγκασε τις Μεγάλες Δυνάμεις να αποδεχθούν το Πρωτόκολλο της Ανεξαρτησίας το 1830. Ήταν η πρώτη φορά που η Ελλάδα αναγνωριζόταν ως κυρίαρχο κράτος. Η ικανότητά του να «υποχρεώνει» τη Ρωσία να υπηρετεί την Ελλάδα, και όχι το αντίστροφο, όπως παραδέχθηκε αργότερα ο Άγγλος πρωθυπουργός Άμπερτιν, παραμένει ένα από τα σπουδαιότερα επιτεύγματά του.
Η κοινωνική σύγκρουση και το μέτωπο των τοπαρχών
Στο εσωτερικό, ο Κυβερνήτης επέλεξε τη σύγκρουση με τα παραδοσιακά κέντρα εξουσίας. Κατηγορήθηκε ότι αγνόησε τη μακρά κοινοτική παράδοση της χώρας για να επιβάλει ξενόφερτα μοντέλα διοίκησης. Η άρνησή του να ικανοποιήσει τις οικονομικές απαιτήσεις των Υδραίων εφοπλιστών και να παραχωρήσει προνόμια στους κοτζαμπάσηδες της Μάνης δημιούργησε ένα πανίσχυρο μέτωπο αντιπολίτευσης.
Η σύγκρουση αυτή δεν ήταν μόνο πολιτική αλλά και βαθιά κοινωνική. Ο Καποδίστριας επιχείρησε να στηριχθεί στον λαό, τους «χωρικούς και τους βιομηχάνους», όπως έγραφε ο Σπυρίδων Τρικούπης, προσπαθώντας να περιορίσει τη δύναμη των ολιγαρχών. Η εισαγωγή της πατάτας, η ίδρυση του Ορφανοτροφείου της Αίγινας και η έμφαση στην τεχνική εκπαίδευση αντί της ίδρυσης ενός πρόωρου Πανεπιστημίου, αντανακλούσαν μια προσπάθεια για ουσιαστική κοινωνική αναμόρφωση από τα κάτω. Ωστόσο, η έλλειψη δημοκρατικής νομιμοποίησης έδινε στους αντιπάλους του το ηθικό πλεονέκτημα να τον πολεμούν στο όνομα του Συντάγματος.
Το ματωμένο τέλος
Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε με την ανταρσία στην Ύδρα και την ανατίναξη της φρεγάτας «Ελλάς» από τον Μιαούλη, μια πράξη εθνικής αυτοχειρίας που στηρίχθηκε από την αγγλική διπλωματία. Η δολοφονία του Καποδίστρια στις 27 Σεπτεμβρίου 1831, στην είσοδο του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο, δεν ήταν απλώς μια πράξη αντεκδίκησης της οικογένειας Μαυρομιχάλη. Ήταν το αποτέλεσμα μιας ευρύτερης συνωμοσίας στην οποία πρωτοστάτησαν ξένα συμφέροντα, κυρίως της Γαλλίας και της Αγγλίας, που έβλεπαν στο πρόσωπό του ένα εμπόδιο για την πλήρη κηδεμονία της Ελλάδας.
Ο θάνατός του προκάλεσε ειλικρινή θλίψη στα λαϊκά στρώματα, που έχασαν τον «Μπαρμπαγιάννη» τους, αλλά και έξαλλους πανηγυρισμούς στους κύκλους της Αντιπολίτευσης. Μετά τη δολοφονία, η Ελλάδα βυθίστηκε σε ένα νέο χάος, που τελικά οδήγησε στην έλευση της απόλυτης μοναρχίας του Όθωνα, «δικαιώνοντας» εν μέρει την άποψη ότι η χώρα δεν ήταν έτοιμη για το φιλελεύθερο πείραμα χωρίς μια στιβαρή μετάβαση.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας παραμένει μια τραγική και αντιφατική μορφή. Υπήρξε ένας αντιδραστικός πολιτικός που υπηρέτησε προοδευτικούς σκοπούς. Ένας άνθρωπος που ήρθε πλούσιος και πέθανε φτωχός για την πατρίδα του, αλλά δεν εμπιστεύτηκε ποτέ τον λαό ότι μπορούσε να αυτοκυβερνηθεί. Η ιστορία ίσως δεν θα απαντήσει ποτέ μονολεκτικά στο αν ήταν δικτάτορας ή σωτήρας, γιατί η διαλεκτική διδάσκει ότι ήταν και τα δύο, εγκλωβισμένος σε μια εποχή που απαιτούσε ταυτόχρονα τη σιδερένια πυγμή και την ανάσα της ελευθερίας.
Διαβάστε επίσης:
Διονύσιος Σολωμός: Βίος, γλώσσα και ηθική της νεοελληνικής ποίησης
Άμα ζήσω θα τους γ…: Σαν σήμερα γεννήθηκε ο πιο αθυρόστομος της επανάστασης, Γεώργιος Καραϊσκάκης
Νίκος Καββαδίας: Ο ασυρματιστής των μεγάλων αποστάσεων και της εσωτερικής φυγής











