Την ώρα που η ένταση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν κλιμακώνεται επικίνδυνα και ο Ντόναλντ Τραμπ αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο στρατιωτικής σύγκρουσης, ένα καλά οργανωμένο παρασκήνιο ακροδεξιών οργανώσεων, συντηρητικών think tanks και ανώνυμων χρηματοδοτών πιέζει συστηματικά προς την κατεύθυνση της αλλαγής καθεστώτος στην Τεχεράνη. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο εξόριστος Ρεζά Παχλαβί εμφανίζεται από την Ουάσινγκτον ως πολιτικός πόλος «μετάβασης», ενισχύοντας τις ανησυχίες για το πώς εσωτερικές κοινωνικές αντιδράσεις στο Ιράν διασταυρώνονται με εξωτερικές γεωπολιτικές επιδιώξεις.
Το παρασκήνιο της κλιμάκωσης
Η σκληρή ρητορική Τραμπ απέναντι στο Ιράν αναπτύσσεται σε μια συγκυρία κατά την οποία μεγάλα τμήματα της ιρανικής κοινωνίας αμφισβητούν ανοιχτά το θεοκρατικό καθεστώς. Ωστόσο, πίσω από τις δημόσιες δηλώσεις περί «δημοκρατίας» και «ελευθερίας», δρα ένα πλέγμα ακροδεξιών οργανώσεων και συντηρητικών ιδρυμάτων στις ΗΠΑ, οι ίδιες δυνάμεις που στο εσωτερικό της χώρας έχουν πρωταγωνιστήσει στην αποδόμηση κοινωνικών δικαιωμάτων, της περιβαλλοντικής προστασίας και του δικαιώματος στην άμβλωση.
Οι οργανώσεις αυτές διοχετεύουν, μέσω μηχανισμών «σκοτεινού» χρήματος, εκατομμύρια δολάρια σε κέντρα επιρροής που ζητούν ανοιχτά αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν, επαναφέροντας στο προσκήνιο το πιο επιθετικό πρόσωπο της νεοσυντηρητικής αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Αναλυτές προειδοποιούν ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να οδηγήσει σε παρατεταμένη αστάθεια και αιματοχυσία στη Μέση Ανατολή, ενώ την ίδια στιγμή θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα συγκεκριμένων δισεκατομμυριούχων και της βιομηχανίας ορυκτών καυσίμων.
Το «σκοτεινό» χρήμα ως μοχλός εξωτερικής πολιτικής
Το «σκοτεινό» χρήμα δεν περιορίζεται σε τεχνικές χρηματοδότησης, αλλά συνιστά έναν ολόκληρο μηχανισμό πολιτικής επιρροής. Πλούσιοι δωρητές και εταιρικά συμφέροντα χρηματοδοτούν οργανώσεις χωρίς διαφάνεια, επηρεάζοντας αποφάσεις για πόλεμο και ειρήνη μακριά από τον δημόσιο έλεγχο.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Donors Trust, ενός βασικού κόμβου χρηματοδότησης της αμερικανικής Δεξιάς. Όπως έχει αποκαλύψει το jacobin, η οργάνωση διοχέτευσε την περίοδο 2020–2023 πάνω από 2,7 εκατομμύρια δολάρια στο ακροδεξιό και έντονα αντιμουσουλμανικό Center for Security Policy. Η Donors Trust συνδέεται στενά με τον Λέοναρντ Λίο, κεντρικό πρόσωπο πίσω από τον συντηρητικό έλεγχο του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ.
Σημαντικό μέρος αυτών των χρημάτων προέρχεται από τον Μπαρ Σάιντ, δισεκατομμυριούχο με έντονη φιλοϊσραηλινή και αντι-ιρανική δράση, ο οποίος έχει συνδεθεί και με τη χρηματοδότηση ισλαμοφοβικών παραγωγών και εκστρατειών.
Think tanks, όπλα και επιθετική ρητορική
Παράλληλα, το Foundation for the Defense of Democracies (FDD), ένα από τα πλέον επιδραστικά think tanks της Ουάσινγκτον σε ζητήματα Ιράν, έχει λάβει πάνω από 1,6 εκατομμύρια δολάρια από το Sarah Scaife Foundation, που συνδέεται με την πετρελαϊκή και τραπεζική περιουσία της οικογένειας Mellon. Το ίδιο ίδρυμα στηρίζει και το Project 2025, το σχέδιο βαθιού αυταρχικού μετασχηματισμού του αμερικανικού κράτους.
Το FDD απασχολεί πρώην στελέχη των κυβερνήσεων Τραμπ και Μπους και έχει συνεργαστεί με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ σε προγράμματα που παρουσιάστηκαν ως «αντιμετώπιση ιρανικής παραπληροφόρησης», ενώ σήμερα καλεί ανοιχτά τον ιρανικό λαό να ανατρέψει την κυβέρνηση της χώρας. Στο ίδιο στρατόπεδο κινείται και το Center for Security Policy, που χρηματοδοτείται και από εταιρείες της βιομηχανίας όπλων και διακινεί ακραίους ισχυρισμούς περί άμεσης στρατιωτικής απειλής του Ιράν προς τις ΗΠΑ.
Το διάγγελμα Παχλαβί και η «ήρεμη μετάβαση»
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο εξόριστος Ρεζά Παχλαβί, γιος του τελευταίου μονάρχη του Ιράν, εμφανίστηκε στην Ουάσινγκτον δηλώνοντας ότι «η Ισλαμική Δημοκρατία δεν είναι η κυβέρνηση του Ιράν και θα πέσει». Μιλώντας σε συνέντευξη Τύπου, έκανε λόγο για «ξένη κατοχή που φοράει ιερατικά άμφια» και υποστήριξε ότι η πτώση του καθεστώτος δεν είναι ζήτημα του «αν», αλλά του «πότε».
Ο Παχλαβί ξεκίνησε με ενός λεπτού σιγή για τον «θαρραλέο ιρανικό λαό» και δήλωσε ότι επιστρέφει στο Ιράν, υποστηρίζοντας πως βρίσκεται σε «μοναδική θέση» να διασφαλίσει μια σταθερή και ήρεμη μετάβαση. Τόνισε ότι διαθέτει την υποστήριξη επιχειρηματιών και ένα ολοκληρωμένο σχέδιο διακυβέρνησης, ενώ κάλεσε τη διεθνή κοινότητα να εντείνει την πίεση προς το καθεστώς, ζητώντας οικονομικές κυρώσεις, απομόνωση της ιρανικής διπλωματίας και προετοιμασία για την αναγνώριση μιας μεταβατικής κυβέρνησης.
Ποιοι κερδίζουν από την «αλλαγή καθεστώτος»
Ειδικοί επισημαίνουν ότι μια εξωτερικά υποκινούμενη αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν θα μπορούσε να βυθίσει τη χώρα και την ευρύτερη περιοχή σε μακροχρόνια αποσταθεροποίηση. Παρ’ όλα αυτά, μια τέτοια εξέλιξη ευνοεί συγκεκριμένα συμφέροντα: νεοσυντηρητικούς κύκλους που επενδύουν στη διαρκή σύγκρουση, τη βιομηχανία όπλων και ενεργειακά συμφέροντα που αντιμετωπίζουν τη Μέση Ανατολή αποκλειστικά ως πεδίο ελέγχου πόρων.
Η ειρωνεία, όπως σημειώνουν αναλυτές, είναι ότι ένα Ιράν ενταγμένο στο διεθνές σύστημα και απαλλαγμένο από κυρώσεις θα μπορούσε να αποτελέσει πιο προβλέψιμο συνομιλητή. Ωστόσο, για τα δίκτυα σκοτεινού χρήματος και επιρροής, η σύγκρουση παραμένει συχνά πιο αποδοτική από τη διπλωματία. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ποιος μιλά στο όνομα του ιρανικού λαού, αλλά ποια συμφέροντα καθορίζουν τις επιλογές — και ποιοι τελικά πληρώνουν το τίμημα.
Διαβάστε επίσης:
Guardian: Αμερικανός επιχειρηματίας με συμφέροντα στη Γροιλανδία επηρεάζει τον Τραμπ
Γερμανικό δικαστήριο «φωτογραφίζει» την Ουκρανία για το σαμποτάζ στους Nord Stream
Συρία: Άμαχοι εκκενώνουν κουρδικές περιοχές πριν την προθεσμία του στρατού – Φόβοι για νέα κλιμάκωση











