Έξι εβδομάδες μετά την έναρξη του πολέμου από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ στο Ιράν, οι διαπραγματεύσεις για την απεμπλοκή από τις εχθροπραξίες έχουν ξεκινήσει.

Τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν αυτές τις συνομιλίες είναι τρία. Αφενός η αισιοδοξία που δεν αποτελεί ρεαλιστική προσέγγιση αλλά αποτυπώνει την αγωνία της διεθνούς κοινότητας και των αγορών, αφετέρου την αβεβαιότητα που είναι πραγματικός παράγων. Το τρίτο στοιχείο είναι η παραδοξότητα καθώς οι διαπραγματεύσεις διεξάγονται σε ένα πλαίσιο νίκης που εμφανίζουν ΗΠΑ και Ιράν, καθώς και της έλλειψης αξιοπιστίας από την πλευρά του Ντόναλντ Τράμπ.

Ο αμερικανός πρόεδρος κάνει λόγο για επίτευξη των στόχων της στρατιωτικής επιχείρησης, κάτι που απέχει από την πραγματικότητα. Το Ιράν επίσης, μιλά για νίκη όμως, στην ουσία έχει κερδίσει τη μάχη αλλά όχι τον πόλεμο. Την ίδια στιγμή κάθεται στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης γνωρίζοντας εκ των προτέρων την ανειλικρίνεια του συνομιλητή, αφού έξι εβδομάδες πριν, υπήρχαν ουσιαστικά αποτελέσματα (συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα και είχε ανοίξει και το θέμα των κυρώσεων) κι ενώ οι ιρανοί προετοιμάζονταν για την επόμενη συνάντηση, δέχθηκαν την αιφνιδιαστική επίθεση. Έτσι λοιπόν οι συζητήσεις βρέθηκαν να ξεκινούν (ως βάση διαπραγμάτευσης) από το προχωρημένο σημείο που διακόπηκαν αναίτια την προηγούμενη φορά.

Ο Ντόναλντ Τράμπ συνεπής σε μια τακτική δημιουργίας εντυπώσεων, φρόντισε πριν την έναρξη των επαφών στο Πακιστάν να εμφανιστεί ως ο κυρίαρχος του παιχνιδιού. Εξαπέλυσε απειλές, μίλησε για τα βαριά όπλα που θα γνωρίσουν στην επόμενη φάση του πολέμου οι ιρανοί, εφόσον εμφανιστούν απείθαρχοι στις διαπραγματεύσεις. Στην πραγματικότητα όμως ο αμερικανός πρόεδρος είναι στριμωγμένος στα σχοινιά των αδιέξοδων επιλογών του. Το πάνω χέρι στις συνομιλίες το έχει το Ιράν. Άντεξε στον πόλεμο και θα μπορούσε να αντέξει περισσότερο αφού σύμφωνα με έκθεση των μυστικών υπηρεσιών του ισραηλινού στρατού, διαθέτει ακόμα μερικές χιλιάδες βαλλιστικών πυραύλων -κάτι που έρχεται σε αντίθεση με όσα περιέγραφαν προ δέκα ημερών- και την ίδια στιγμή σύμφωνα με αμερικανικές υπηρεσίες, η Κίνα φέρεται να έχει στείλει (ή να έχει δρομολογήσει) φορτίο με οπλικά συστήματα στο Ιράν. Εφόσον το τελευταίο επιβεβαιωθεί, τότε μιλάμε για επαναδιατύπωση της στάσης του Πεκίνου στα τεκταινόμενα σε επίπεδο συμβολισμού αλλά και ουσίας.

Αν και το Ιράν δεν διαθέτει τη στρατιωτική μηχανή των ΗΠΑ και του Ισραήλ, η πολεμική εργαλειοποίηση των Στενών του Ορμούζ σε συνδυασμό με την απορύθμιση της ενεργειακής παραγωγής και της εφοδιαστικής αλυσίδας, το κατέστησαν (έστω και προσωρινά) κυρίαρχο των εξελίξεων και αναλόγως της τροπής των πραγμάτων, αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει τον προθάλαμο για την ανάδειξη κι εδραίωση του ως περιφερειακή δύναμη.

Το επίτευγμα αυτό φέρει πρωτίστως την υπογραφή του Ισραήλ και δευτερευόντως του αμερικανού προέδρου που αδιαφόρησε για τις εισηγήσεις των δικών του υπηρεσιών ασφαλείας και αρκέστηκε στις διαβεβαιώσεις Νετανιάχου, ο οποίος σύμφωνα με τους New York Times τον έπεισε για την ευκολία του εγχειρήματος και τον έσυρε σε έναν πόλεμο που καθημερινά δημιουργεί περισσότερα προβλήματα για τον Τράμπ παρά για το καθεστώς της Τεχεράνης.

Τα αγκάθια των διαπραγματεύσεων

Οι διαπραγματεύσεις για την παύση ενός πολέμου, σε μεγάλο βαθμό κρίνονται από τις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί.

Οι ΗΠΑ έχουν πολλούς λόγους να τελειώσει ο πόλεμος εδώ και τώρα. Ήδη ο πληθωρισμός στηη χώρα σκαρφάλωσε στο 3,3% κι αυτό θα έχει άμεσες επιπτώσεις στην υπόσχεση για αμερικανικά μεγαλεία του Τράμπ που βρίσκεται μπλοκαρισμένος στα Στενά του Ορμούζ.

Οι ΗΠΑ ήδη φέρεται να έχουν συμφωνήσει σε κάποια ελάφρυνση των κυρώσεων και πιθανότατα μέσα από τα τέλη διέλευσης για τα πλοία που μπαίνουν στον Αραβικό (Περσικό) Κόλπο, αυτό να αποτελέσει την απάντηση στις πολεμικές αποζημιώσεις που θέτει η Τεχεράνη.

Για το πυρηνικό πρόγραμμα η πρόοδος υπήρχε ήδη πριν την έναρξη του πολέμου. Την αναστολή του Βαλλιστικού προγράμματος το Ιράν δεν θα τη δεχτεί και θα ήταν παράλογο να το πράξει αφού ΗΠΑ και Ισραήλ απέδειξαν στην πράξη ό,τι το χρειάζεται.

Στο θέμα των εγγυήσεων, το Πακιστάν δεν έχει το ειδικό βάρος που απαιτεί μια τέτοια συμφωνία και φέρεται να έχει ζητηθεί από τους ιρανούς που μετέχουν στη διαπραγμάτευση να προστεθεί στους εγγυητές η Κίνα – κάτι που θα διευρύνει τη λίστα με τις αστοχίες του “εμπόρου” Τράμπ στη Γεωστρατηγική σκακιέρα.

Το πραγματικό αγκάθι των διαπραγματεύσεων ωστόσο είναι μάλλον η απαίτηση της Τεχεράνης για συνολική συμφωνία που να αφορά και το Λίβανο. Το αίτημα βρίσκει αντίδραση στην ισραηλινή πλευρά, όπου ο Νετανιάχου αν και δημοσκοπικά πήρε τα πάνω του με τους πολέμους, βρέθηκε να έχει ξοδέψει μέχρι σήμερα περίπου 280 δις ευρώ και να μην μπορεί να εμφανίσει ουσιαστική πρόοδο ως προς τους στόχους με εξαίρεση τη Δυτική όχθη και τη Συρία.

Στη Γάζα ο IDF έχει καταλάβει τη μισή από αυτή και ισοπέδωσε σχεδόν το σύνολο της αλλά η Χαμάς έχει ανακάμψει και η δεύτερη φάση της συμφωνίας που αφορά τον αφοπλισμό της δεν έχει υλοποιηθεί.

Στο Ιράν μάλλον τα αντίθετα από τα επιθυμητά αποτελέσματα έφερε ο πόλεμος και στο Λίβανο η στρατιωτική πρόοδος στο Νότιο τμήμα είναι μικρή. Είναι χαρακτηριστικό πως στις 10 Απριλίου, ο IDF ανακοίνωσε πως θα εντείνει τις προσπάθειες για την ολοκληρωτική κατάληψη του χωριού Μπίντ Τζμπέιλ (Bint Jbeil). Πρόκειται για ένα χωριό ακριβώς επάνω στα σύνορα με το Ισραήλ και που μετά από βομβαρδισμούς, εισβολή με άρματα μάχης, ειδικές δυνάμεις (Golani Brigade) και διαρκή επιχείρηση με drones, το μέρος εξακολουθεί να ελέγχεται από τη Χεζμπολάχ. Ο Νότιος Λίβανος ποτέ δεν ήταν ένα εύκολο πεδίο για τον IDF και το αποδεικνύει και τώρα. Η προσπάθεια από το Ισραήλ να δημιουργήσει βιώσιμες ζώνες ασφαλείας στη Γάζα, τη Συρία και το Λίβανο στέκει απέναντι στις συζητήσεις που διεξάγονται στο Πακιστάν και αφορούν το Ιράν. Ο Λίβανος αποτελεί κόκκινη γραμμή για την κυβέρνηση Νετανιάχου. Ακόμα κι έτσι όμως υπάρχει μια ρεαλιστική πρόταση για το Λίβανο στο τραπέζι και είναι αυτή που έφερε η Γαλλία και την οικειοποιήθηκε η Ουάσιγκτον. Από τη συμφωνία Taif του 1989 κι έπειτα αποτελεί την πρώτη πραγματιστική πρόταση που καταπιάνεται όχι μόνο με τη Χεζπολάχ και το Ισραήλ αλλά και τις εσωτερικές ισορροπίες και τους ρόλους εντός του Λιβάνου. Ακόμα δεν γνωρίζουμε τις λεπτομέρειες του σχεδίου όπως προτείνεται από τη Ουάσιγκτον ωστόσο ο πρώτος όρος που ήταν η κατάπαυση του πυρός, έχει απορριφθεί από το Ισραήλ και οι πιθανότητες να γινόταν αποδεκτή από το Τελ Αβίβ η συμφωνία είναι μικρές διότι πλέον ο στόχος δεν είναι απλώς η απομάκρυνση της Χεζμπόλαχ αλλά η διεύρυνση των συνόρων με το πρόσχημα της ασφάλειας. Άρα ο Λίβανος ως όρος ίσως αποδειχθεί στο πιο κρίσιμο ζήτημα και καθοριστικό της διαπραγμάτευσης στο Ισλαμαμπάντ εφόσον οι συνομιλίες στην Ουάσιγκτον δεν προοιωνίζονται εύκολες.

Τα ζητούμενα για τις τρεις πλευρές (ΗΠΑ-Ιράν-Ισραήλ) είναι διαφορετικά ωστόσο αν εξαιρέσουμε το Τελ Αβίβ, Ουάσιγκτον και Τεχεράνη έχουν πραγματικούς λόγους για μια συμφωνία η οποία ενδεχομένως να εμπεριέχει κάποια στοιχεία υπαναχώρησης. Περισσότερο από όλους την αποκλιμάκωση αυτή τη στιγμή τη χρειάζεται ο Ντόναλντ Τράμπ. Αν κλωτσήσει την ευκαιρία που προσφέρουν οι συνθήκες και η στιγμή, τότε θα βρεθεί αντιμέτωπος με ένα εσωτερικό μέτωπο που θα είναι δύσκολο να διαχειριστεί και βεβαίως ο υπόλοιπος κόσμος θα βρεθούμε μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα με απρόβλεπτη διάρκεια και αρκετά πιο επώδυνες επιπτώσεις από αυτές που έχουν διαμορφωθεί μέχρι στιγμής.