Ένας από τους βασικούς στόχους του Πανεπιστημίου είναι η παραγωγή νέας γνώσης (έρευνα) και η μετάδοση (διδασκαλία/διάχυση) της γνώσης. Για να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι, απαραίτητες προϋποθέσεις είναι η υλικοτεχνική υποδομή, η χρηματοδότηση και η αφοσίωση ερευνητών που διαθέτουν πάθος, χρόνο και ελευθερία στην έρευνα.

Η έρευνα έχει δύο κυρίως μορφές: α) έρευνα της περιέργειας, που γεννιέται και θεριεύει από την ιδέα του ερευνητή, και β) εφαρμοσμένη έρευνα, που κατευθύνεται από την ανάγκη της επίλυσης ενός προβλήματος, όπως το εμβόλιο για τον καρκίνο. Πολλοί αμφισβητούν τη βασική έρευνα. Υπάρχει η άποψη ότι η έρευνα πρέπει να συνδέεται άμεσα με την παραγωγή και την οικονομική ανάπτυξη. Ωστόσο, χωρίς βασική έρευνα δεν θα υπήρχαν εφαρμοσμένες τεχνολογίες, π.χ. τρανζίστορ, υπολογιστές, laser.

Η υπάρχουσα υλικοτεχνική υποδομή των Ελληνικών Πανεπιστημίων, σε αρκετές περιπτώσεις, είναι ανεπαρκής. Η ανάγκη για ενίσχυση χρηματοδότησης για τη συντήρηση υποδομών, την ανακαίνιση εγκαταστάσεων και την αγορά νέων οργάνων είναι κρίσιμη και το 2026 υπάρχουν διαθέσιμα χρηματοδοτικά εργαλεία, κυρίως μέσω του ΕΣΠΑ 2021-2027 και του Ταμείου Ανάκαμψης.

Η Ελληνική πολιτεία διαθέτει μόλις 1,6% του ΑΕΠ για έρευνα και ανάπτυξη. Είναι ακόμη πιο εντυπωσιακό ότι η Ελλάδα κατέχει την 19η θέση ανάμεσα στις 27 χώρες της Ε.Ε. στη χρηματοδότηση της έρευνας. Πέρα από αυτά, δεν είναι καλές οι συνθήκες διεξαγωγής ερευνητικής εργασίας στη χώρα μας. Εξακολουθούν να υπάρχουν, π.χ. εμπόδια στη χρηματοδότηση ερευνών από ορισμένους διεθνείς οργανισμούς ή να παρεμποδίζεται ακόμη και η πρόσβαση ερευνητών στον χώρο εργασίας τους.

Αρκετά μέλη ΔΕΠ συμμετείχαν στη σύνταξη άριστων ερευνητικών προτάσεων. Με έκπληξή τους όμως διαπίστωσαν ότι ο έπαινος με την πάροδο του χρόνου μετασχηματιζόταν σε τιμωρία. Κρατικοί φορείς αργούσαν να καταβάλλουν τις αναγκαίες πιστώσεις ή μείωναν αυθαίρετα τους προϋπολογισμούς εγκεκριμένων ερευνητικών προτάσεων.

Το 2025 αποτέλεσε έτος-σταθμό για την ελληνική καινοτομία, καθώς σημειώθηκε ιστορικό ρεκόρ στις αιτήσεις για διπλώματα ευρεσιτεχνίας. Μερικοί υποστηρίζουν ότι αυτό οφείλεται στον νέο Αναπτυξιακό Νόμο (Ν. 5203/2025), που ενσωματώνει την καινοτομία ως κεντρικό πυλώνα, που λειτουργεί ως κόμβος για νεοφυείς επιχειρήσεις, ερευνητικά κέντρα και πανεπιστήμια δημιουργώντας ένα φιλικό επενδυτικό περιβάλλον. Υπάρχει, επίσης, ώθηση για τη δημιουργία Εθνικού Κέντρου Τεχνητής Νοημοσύνης για την προώθηση της επιστημονικής προόδου. Για να πετύχει όμως αυτός ο στόχος πρέπει να δημιουργηθούν αυτοτελή Τμήματα Τεχνητής Νοημοσύνης και η ουσιαστική ενίσχυση υπαρχόντων για τη δημιουργία στελεχών που θα επανδρώσουν τις κρατικές αρχές και τις επιχειρήσεις.

Ας ξεκινήσουμε από την απλή διαπίστωση: Χωρίς έρευνα, το αύριο είναι ίδιο με το σήμερα. Δηλαδή χωρίς γνώση των μικροβίων, χωρίς αντιβιοτικά, χωρίς υπολογιστές, χωρίς εξετάσεις DNA για προγνωστικούς και θεραπευτικούς λόγους το προσδόκιμο επιβίωσης συνεχώς θα μειώνεται. Με λίγα λόγια, η έρευνα είναι απαραίτητη για την πρόοδο της κοινωνίας και τη βελτίωση της ζωής.

Η Ελλάδα διαθέτει αξιόλογο δυναμικό, αλλά η έρευνα υποφέρει από υποχρηματοδότηση, θεματική πολυδιάσπαση, γραφειοκρατία και έλλειψη στρατηγικής. Η δημιουργία π.χ. ενός ενιαίου Υπουργείου Έρευνας και Καινοτομίας με πάγιο και σταθερό προϋπολογισμό που λειτουργεί σύμφωνα με τις Δαρβινικές αρχές: οι καλύτεροι ερευνητές επιβιώνουν και συνεχίζουν τις ερευνητικές τους δραστηριότητες ίσως βελτιώσει τη δυσμενή κατάσταση.

Τέλος, ας φροντίσει το κράτος την εκλαϊκευμένη διάχυση της επιστημονικής γνώσης και τη μετατροπή ενός καναλιού της Δημόσιας Τηλεόρασης σε φορέα διάδοσης της έρευνας με παραγωγές υψηλής ποιότητας (ντοκιμαντέρ, εκλαϊκευμένες συζητήσεις), προκειμένου να αυξηθεί το χαμηλό ποσοστό των Ελλήνων που εμπιστεύεται την επιστήμη, ενώ παράλληλα να περιοριστεί το σημαντικό τμήμα του πληθυσμού που είναι ευάλωτο σε παραπληροφόρηση.