Το Κράτος Δικαίου βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου ακριβώς επειδή αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις αρχές του σύγχρονου δημοκρατικού πολιτεύματος. Η έννοιά του αναπτύχθηκε κυρίως κατά τον 18ο και 19ο αιώνα ως απάντηση στις αυταρχικές μορφές διακυβέρνησης, οι οποίες περιόριζαν την ελευθερία του ανθρώπου και υπονόμευαν τη δημοκρατική λειτουργία του κράτους. Στο πλαίσιο αυτό, το Κράτος Δικαίου αναδείχθηκε ως θεσμική εγγύηση ότι η άσκηση της κρατικής εξουσίας δεν είναι ανεξέλεγκτη αλλά υπόκειται σε κανόνες δικαίου, σε συνταγματικά όρια και σε αποτελεσματικό έλεγχο.

Βασικό χαρακτηριστικό του Κράτους Δικαίου είναι η υπαγωγή όλων των κρατικών οργάνων και των πολιτών στην κείμενη νομοθεσία. Η κρατική εξουσία δεν μπορεί να ασκείται αυθαίρετα ούτε να μετατρέπεται σε μέσο πολιτικής σκοπιμότητας, αλλά οφείλει να λειτουργεί σύμφωνα με τις συνταγματικές επιταγές και τις αρχές της δικαιοσύνης. Μέσω της δικαστικής λειτουργίας, η οποία έχει ως ρόλο την επίλυση διαφορών και τον έλεγχο της νομιμότητας των κρατικών ενεργειών, διασφαλίζεται η αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων του πολίτη και η εμπέδωση της δικαιοκρατικής τάξης και ενισχύεται η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς.

Ιδιαίτερα στον χώρο του ποινικού δικαίου, το Κράτος Δικαίου λειτουργεί ως εγγύηση προστασίας του ατόμου απέναντι στην κρατική καταστολή. Η αρχή της ενοχής και η θεμελιώδης αρχή nulla poena sine culpa —καμία ποινή χωρίς ενοχή— αποτελούν βασικές εκφράσεις της δικαιοκρατικής τάξης. Σύμφωνα με αυτές, η ποινή που επιβάλλεται δεν πρέπει να υπερβαίνει τον βαθμό ενοχής του δράστη, γεγονός που αποτρέπει την επιβολή υπέρμετρων και συνεπώς άδικων κυρώσεων.

Στο ζήτημα, επομένως, για την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης έναντι της εκτελεστικής εξουσίας, η απάντηση είναι θεσμικά σαφής: χωρίς ουσιαστική και πραγματική ανεξαρτησία της δικαστικής λειτουργίας, το Κράτος Δικαίου αποδυναμώνεται. Η δικαστική λειτουργία, εξάλλου, κατέχει ιδιαίτερα σημαντική θέση, καθώς είναι αρμόδια για την απονομή της δικαιοσύνης και τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων της διοίκησης και για αυτόν τον λόγο ο δικαστής χαίρει λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας, σύμφωνα με το Σύνταγμα.

Κρίσιμο, βέβαια, είναι το ζήτημα της δημοκρατικής νομιμοποίησης της δικαστικής λειτουργίας. Η δημιουργία, ωστόσο, μιας συνθήκης σύμφωνα με την οποία η δικαστική λειτουργία λειτουργεί ως «κράτος εν κράτει» ουδόλως προάγει και αυτή την έννοια του Κράτους Δικαίου. Είναι κρίσιμο να μην οδηγηθούμε από Κράτος Δικαίου σε «κράτος δικαστών» (Gouvernement des juges) (ο όρος διατυπώθηκε το πρώτον από τον καθηγητή Edouard Lambert το 1921 για να περιγράψει την κατάσταση όπου τα δικαστήρια, ιδίως τα ανώτατα, ασκούν πολιτική εξουσία και υποκαθιστούν τη νομοθετική και την εκτελεστική λειτουργία δημιουργώντας μια άτυπη εξουσία που λειτουργεί ως «υπερ-θεσμός»). Γιατί, τότε, θα φτάσουμε να αναρωτιόμαστε “Quis custodiet ipsos custodes?” («Ποιος θα μας φυλάξει από τους φύλακες;»), όπως ο ρωμαίος σατιρικός ποιητής Δέκιμος Ιούνιος Γουβενάλης…

Η προς επίλυση εξίσωση είναι, αλήθεια, δύσκολη! Η θεσμική ισορροπία δεν επιτυγχάνεται όταν μία λειτουργία επιβάλλεται στην άλλη, αλλά όταν καθεμία ασκεί τις αρμοδιότητές της εντός των (τυπικών, ουσιαστικών, πνευματικών, τελολογικών) συνταγματικών της ορίων. Και πάντοτε οι θεσμοί εκφράζονται και από τα εκάστοτε πρόσωπα, τα οποία πρέπει να στέκονται στο ύψος των (θεσμικών) περιστάσεων, λαμβάνοντας υπόψιν ότι η ουσιαστική ύπαρξη του Κράτους Δικαίου είναι αποδεικτέα σε κάθε περίσταση, είναι ένας συνεχής αγώνας και δεν δύναται να θεωρείται θέσφατο η αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Η δικαιοσύνη (πρέπει να) “μιλάει” (μόνο!) με τις αποφάσεις της, στέρεα και επιβλητικά. Θυμόμαστε, άραγε, ότι η δικαστική λειτουργία και συνακόλουθα η πραγμάτωση του Κράτους Δικαίου ασκούνται «εν ονόματι του ελληνικού λαού»;…