Με αιχμηρό λόγο απαντούν κυβερνητικές πηγές στο ναυάγιο της συνάντησης με τους αγρότες, μεταφέροντας την ευθύνη σε «μια μικρή μειοψηφία εκπροσώπων των μπλόκων» και υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση είχε από την πρώτη στιγμή ανοιχτή τη βούληση για διάλογο.
Όπως τονίζεται, η Κυβέρνηση είχε πει εξαρχής «ναι» στη συνάντηση με τους αγρότες, με τον ίδιο τον Κυριάκο Μητσοτάκη να προτείνει ήδη από τις 6 Δεκεμβρίου, από το Μαρκόπουλο, απευθείας διάλογο, «εφόσον υπάρχει συγκεκριμένη εκπροσώπηση και συγκεκριμένα αιτήματα». Σαράντα ημέρες μετά, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, «αποδείχθηκε πως οι προθέσεις κάποιων εκπροσώπων των μπλόκων ήταν άλλες και δεν αφορούσαν σε καμία περίπτωση την ικανοποίηση δίκαιων αιτημάτων του αγροτικού κόσμου».
Οι πηγές υποστηρίζουν ότι «όποιος πιστεύει στο δίκαιο των αιτημάτων του και σε κάποια λύση, προσέρχεται στο διάλογο», σημειώνοντας ότι η τελευταία πρόσκληση σε συνάντηση απεστάλη μόλις χθες το απόγευμα, μάλιστα για δύο διαφορετικά ραντεβού με τον πρωθυπουργό, καθώς «η μία ομάδα εκπροσώπων των μπλόκων δεν επιθυμούσε να προσέλθει μαζί με τη δεύτερη».
Έμφαση δίνεται στους όρους διεξαγωγής του διαλόγου. Όπως αναφέρεται, «από την πρώτη στιγμή έγινε σαφές ότι ο διάλογος προϋποθέτει κανόνες λειτουργίας, ώστε να είναι αποτελεσματικός και όχι προσχηματικός». Η πρόβλεψη για ανώτατο αριθμό 20 εκπροσώπων ανά συνάντηση χαρακτηρίζεται «στοιχειώδης όρος» για να μπορεί να γίνει ουσιαστική συζήτηση με τον πρωθυπουργό, ενώ υπογραμμίζεται ότι «δεν μπορεί να τίθεται εκ των υστέρων υπό αμφισβήτηση κάτι που είχε εξαρχής γνωστοποιηθεί».
Παρά ταύτα, όπως σημειώνεται, το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης «εξάντλησε κάθε περιθώριο επιείκειας», αποδεχόμενο να αυξηθεί ο αριθμός των εκπροσώπων από 20 σε 25. «Δυστυχώς, για ακόμη μια φορά, η όποια προσπάθεια διαλόγου από πλευράς της κυβέρνησης τινάζεται στον αέρα», αναφέρουν κυβερνητικές πηγές, κάνοντας λόγο για «αποκλειστική υπαιτιότητα μιας μικρής μειοψηφίας» που «χρησιμοποιεί τον αγροτικό αγώνα ως άλλοθι για προσωπικές ή εξωθεσμικές επιδιώξεις».
Στο ίδιο πλαίσιο, κυβερνητικοί κύκλοι καταγγέλλουν ότι υπήρξε απαίτηση να συμμετάσχουν στη συνάντηση με τον πρωθυπουργό «πρόσωπα ελεγχόμενα από τις Αρχές για παράνομες επιδοτήσεις ή παραβατικές συμπεριφορές», κάτι που «δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτό».
Αναφερόμενη στο έργο της, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι «ως Πολιτεία τηρήσαμε κάθε υπόσχεση», επισημαίνοντας πως, μετά την έγκριση της Ευρωπαϊκή Ένωση, ολοκληρώθηκαν πληρωμές ύψους 3,8 δισ. ευρώ, «ποσό ρεκόρ σε σύγκριση με το παρελθόν», ενώ ικανοποιείται «η πλειονότητα των αιτημάτων» του πρωτογενούς τομέα. Υπενθυμίζεται, επίσης, η πρόταση του πρωθυπουργού για σύσταση Διακομματικής Επιτροπής της Βουλής με στόχο τη χάραξη Εθνικής Στρατηγικής για τον πρωτογενή τομέα.
«Ο διάλογος γίνεται για να δοθούν λύσεις στους περίπου 600.000 γεωργούς, κτηνοτρόφους, αλιείς και μελισσοκόμους της χώρας και όχι για να εξυπηρετηθούν οι προσωπικές επιλογές ή οι κομματικές σκοπιμότητες των λίγων», τονίζουν κυβερνητικές πηγές, καταλήγοντας με αιχμηρό τόνο πως «η κυβέρνηση, αλλά κυρίως η κοινωνία, δεν έχει άλλο χρόνο για εκείνους που με οποιοδήποτε κίνητρο θέλουν να συνεχίσουν την επαναστατική γυμναστική».
Τέλος, διαμηνύεται ότι «θα εφαρμοστούν όλα όσα έχουν προαναγγελθεί προς όφελος των αγροτών και των κτηνοτρόφων», ενώ σε περίπτωση κλιμάκωσης των κινητοποιήσεων «μόνες αρμόδιες είναι οι Αρχές».
Διαβάστε επίσης:
Μπλόκα: Όχι της Πανελλαδικής Eπιτροπής στη συνάντηση με τον πρωθυπουργό
Σκληρή στάση από τα μπλόκα σε Κάστρο και Μάλγαρα για την συνάντηση του Μαξίμου
Κυβερνητική προσπάθεια διάσπασης των αγροτικών κινητοποιήσεων με όχημα τους «πρόθυμους»










