Η ιδέα ότι ο πλανήτης χωρίζεται σε επτά ηπείρους θεωρείται δεδομένη εδώ και δεκαετίες. Νέα επιστημονικά ευρήματα, όμως, δείχνουν ότι αυτός ο διαχωρισμός μπορεί να είναι περισσότερο συμβατικός παρά γεωλογικά ακριβής.
Ομάδα ερευνητών από το Πανεπιστήμιο του Derby επανεξέτασε τον τρόπο με τον οποίο «έσπασε» η υπερήπειρος που κάποτε ένωνε την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική και κατέληξε σε ένα συμπέρασμα που αλλάζει τα δεδομένα: οι δύο ήπειροι ίσως δεν έχουν αποκοπεί πλήρως.
Οι επιστήμονες δεν αμφισβητούν τα σύνορα όπως τα βλέπουμε στην επιφάνεια. Το ερώτημα αφορά το τι συμβαίνει βαθιά κάτω από τον Ατλαντικό Ωκεανό. Εκεί, σύμφωνα με τη μελέτη, οι τεκτονικές πλάκες της Ευρασίας και της Βόρειας Αμερικής εξακολουθούν να παρουσιάζουν γεωλογική συνέχεια.

Γιατί η Ισλανδία βρίσκεται στο επίκεντρο
Κομβικό ρόλο στη νέα θεωρία παίζει η Ισλανδία. Αντί να αποτελεί απλώς ένα νησί που γεννήθηκε από ηφαιστειακή δραστηριότητα, αντιμετωπίζεται πλέον ως μέρος μιας ευρύτερης ζώνης που συνδέει γεωλογικά τις δύο ηπείρους. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι τόσο η Ισλανδία όσο και οι υποθαλάσσιες δομές που εκτείνονται προς τη Γροιλανδία και τα Νησιά Φερόε αποτελούν κατάλοιπα ηπειρωτικού φλοιού που δεν διαλύθηκε ποτέ ολοκληρωτικά.
Οι ερευνητές προτείνουν έναν νέο όρο για αυτή τη γεωλογική ζώνη: «Ρηγματωμένο Ωκεάνιο Μαγματικό Οροπέδιο». Δεν υποστηρίζουν ότι οι ήπειροι πρόκειται να ενωθούν, αλλά ότι το όριο ανάμεσά τους είναι πολύ πιο χαοτικό από ένα απλό ωκεάνιο χάσμα.
Ο επικεφαλής της έρευνας, Δρ Φίθεαν παρομοίασε την ανακάλυψη με τον εντοπισμό της χαμένης Ατλαντίδας, καθώς η ομάδα του εντόπισε «κομμάτια χαμένης ηπείρου, βυθισμένα κάτω από τη θάλασσα και καλυμμένα από χιλιόμετρα λεπτών ροών λάβας».
Για να ενισχύσουν το επιχείρημά τους, οι επιστήμονες μελέτησαν το Στενό Ντέιβις, ανάμεσα στον Καναδά και τη Γροιλανδία. Εκεί εντοπίστηκε φλοιός με ασυνήθιστο πάχος – χαρακτηριστικό που δεν συναντάται σε κανονικό ωκεάνιο πυθμένα. Η σημασία είναι μεγάλη, καθώς ο Βορειοδυτικός Ατλαντικός δεν άνοιξε με μία ομαλή κίνηση. Η διάταση ξεκίνησε πριν από περίπου 223 εκατομμύρια χρόνια και πέρασε από αλλεπάλληλες φάσεις ρήξης και καθίζησης. Το Στενό Ντέιβις ξεχωρίζει επειδή ο φλοιός του είναι ασυνήθιστα παχύς, έως και 30 χιλιόμετρα, κάτι που δεν ταιριάζει με τυπικό ωκεάνιο φλοιό.
Αυτό υποδηλώνει ότι πρόκειται για τεντωμένο ηπειρωτικό φλοιό: ένα κομμάτι γης που ξεκίνησε να αποσπάται, αλλά «πάγωσε» στη διαδικασία.
Πώς έφτασαν στα συμπεράσματα
Η έρευνα βασίστηκε σε συνδυασμό:
- μετρήσεων βαρυτικού πεδίου
- σεισμικών απεικονίσεων
- χαρτογράφησης του πάχους του φλοιού
Τα στοιχεία έδειξαν ότι ενώ σε άλλες περιοχές του Βόρειου Ατλαντικού τα ρήγματα έχουν σβήσει, στο Στενό Ντέιβις παραμένουν ενεργά ή ημιτελή.

Άρα πόσες είναι οι ήπειροι τελικά;
Με αυστηρά γεωλογικά κριτήρια, οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι η Ευρώπη και η Βόρεια Αμερική δεν μπορούν να θεωρηθούν πλήρως ανεξάρτητες ήπειροι. Αντίθετα, αποτελούν μέρη μιας ευρύτερης ηπειρωτικής δομής που δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει τη διάσπασή της.
Η ανακάλυψη δεν αφορά μόνο τη γεωγραφία. Επηρεάζει την κατανόηση της ιστορίας των ωκεανών, του παγκόσμιου κλίματος και της κατανομής φυσικών πόρων κάτω από τη θάλασσα.
Όπως σημειώνει και ο Δρ. Φίθεαν η Γη συνεχίζει να αλλάζει – και μαζί της αλλάζει και ο τρόπος που τη διαβάζουμε.
Τα ευρήματα της έρευνας είναι διαθέσιμα online στο περιοδικό Gondwana Research
Διαβάστε επίσης
Αξιοσημείωτη μείωση του καρκίνου του τραχήλου μετά τον εμβολιασμό έναντι του HPV











