Η πορεία των μισθών στην Ελλάδα το 2026 καταγράφει επιβράδυνση, με την απόσταση από την υπόλοιπη Ευρωζώνη να παραμένει αισθητή, παρά τη μείωση της ανεργίας και την αύξηση της απασχόλησης πάνω από τα 4,3 εκατομμύρια εργαζόμενους. Οι εκτιμήσεις της ΕΚΤ δείχνουν ότι η δυναμική των αυξήσεων δεν επαρκεί για ουσιαστική σύγκλιση.
Επιβράδυνση κάτω από το 3%
Ο επικαιροποιημένος wage tracker, με δεδομένα έως τα μέσα Ιανουαρίου 2026, προβλέπει αύξηση 2,4% για το 2026, από 3,2% το 2025. Χωρίς τα μπόνους, η άνοδος διαμορφώνεται στο 2,7% έναντι 3,0%, ενώ χωρίς τις εφάπαξ πληρωμές περιορίζεται από 3,9% στο 2,7%.
Η εικόνα παραπέμπει σε σταθεροποίηση για οικονομίες με ήδη υψηλές αποδοχές. Για την Ελλάδα, όπου η αφετηρία παραμένει χαμηλή, η εξέλιξη αυτή περιορίζει το περιθώριο σύγκλισης.
Τα τριμηνιαία στοιχεία της ΕΚΤ δείχνουν αυξήσεις 2,1% στο πρώτο εξάμηνο και 2,7% στο δεύτερο, επιβεβαιώνοντας ότι η επιβράδυνση δεν είναι προσωρινή. Όπως σημειώνει η ΕΚΤ οι αποκλίσεις μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης στις μισθολογικές πιέσεις είναι χαμηλότερες το 2026 σε σχέση με τα προηγούμενα έτη. Κύρια αιτία είναι ότι η μεταπληθωριστική περίοδος έντονων αναπροσαρμογών κλείνει και αναλόγως επηρεάζονται οι μισθοί.
Χαμηλή κάλυψη συλλογικών συμβάσεων
Πέρα από τον ρυθμό αύξησης, καθοριστικό ζήτημα αποτελεί η περιορισμένη κάλυψη από συλλογικές συμβάσεις. Στην Ελλάδα, το ποσοστό εργαζομένων που επηρεάζεται άμεσα από διαπραγματεύσεις διαμορφώνεται:
-
στο 10,3% το τέταρτο τρίμηνο 2025
-
στο 10,1% το πρώτο τρίμηνο 2026
Στην υπόλοιπη Ευρωζώνη τα ποσοστά είναι σημαντικά υψηλότερα: Βέλγιο 44%, Γερμανία 45%, Ισπανία 49%, Ολλανδία 62%, Φινλανδία 63%. Ο μέσος όρος υποχωρεί στο 33,1% το 2026 από 49,9% το 2025, με την Ελλάδα να κατατάσσεται τελευταία.
Αυτό συνεπάγεται ότι η αύξηση 2,4% έως 2,7% αφορά περιορισμένο τμήμα της αγοράς εργασίας, ιδίως σε μια οικονομία όπου το 88% των επιχειρήσεων απασχολεί έως 10 εργαζόμενους.
Χαμηλή βάση και περιορισμένο όφελος
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, το 60,8% των εργαζομένων λαμβάνει έως 1.200 ευρώ μικτά, το 36,5% κάτω από 1.000 ευρώ, ενώ ο μέσος μισθός διαμορφώνεται στα 1.362 ευρώ μικτά. Σε αυτό το επίπεδο, αύξηση 2,7% μεταφράζεται σε περίπου 30 έως 35 ευρώ μικτά μηνιαίως για μισθό 1.100 ευρώ, με το καθαρό όφελος να είναι χαμηλότερο.
Παράλληλα, η παραγωγικότητα εργασίας στην Ελλάδα παραμένει περίπου 20% χαμηλότερη από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, περιορίζοντας τη δυνατότητα διατηρήσιμων αυξήσεων.
Το αποτέλεσμα είναι μια διπλή επιβράδυνση: η Ευρώπη περιορίζει τις αυξήσεις από υψηλότερη βάση, ενώ η Ελλάδα επιβραδύνει από χαμηλότερη, διατηρώντας το χάσμα στις αποδοχές.
Διαβάστε επίσης:
Καταγγελία εργαζομένων στα ΕΛΤΑ: Στον αέρα μισθοί και επιδόματα
Μισθοί πείνας και στο βάθος… ανάπτυξη
Οι μισθοί στην Ελλάδα αναπτύσσονται 5 φορές πιο… αργά από τη Βουλγαρία











