Σε υψηλότερα επίπεδα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, κινείται ο πληθωρισμός στην Ελλάδα κάτι που σημαίνει ότι οι Έλληνες εξακολουθούν να χάνουν αγοραστική δύναμη πιο γρήγορα από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους τη στιγμή μάλιστα που η ακρίβεια στην Ελλάδα είναι ήδη πολύ πιο ακραία, λόγω των πολύ χαμηλότερων μισθών οι οποίοι παραμένουν στην πραγματικότητα εδώ και χρόνια καθηλωμένοι.
Όπως δείχνουν τα στοιχεία που δημοσιοποίησε η Eurostat για τον Δεκέμβριο αποδεικνύεται ότι πρόβλημα είναι πολύ μεγαλύτερο από το 2,9% που δείχνουν τα ψυχρά νούμερα. Κι αυτό καθώς ο πληθωρισμός στην Ελλάδα, όπως δείχνουν τα ποιοτικά στοιχεία έχει διαρθρωτικό και μόνιμο χαρακτήρα και δεν είναι αποτέλεσμα διεθνών συνθηκών όπως συχνά ακουγόταν από επίσημα κυβερνητικά και όχι μόνο χείλη.
Για παράδειγμα η επιμονή που δείχνει η ακρίβεια στα τρόφιμα, αποδεικνύεται ότι οφείλεται σε στρεβλώσεις που υπάρχουν στην αγορά, όπως είναι τα καρτέλ, η υψηλή συγκέντρωση στο λιανεμπόριο και οι πλημμελείς έλεγχοι από τις αρχές. Έτσι όταν οι διεθνείς πιέσεις στις τιμές αυξάνονται, αυτές περνάνε άμεσα στα προϊόντα, ενώ αντίθετα όταν τα κόστη μειώνονται, η θετική επίπτωση στις τιμές είναι πολύ πιο αργή ή δεν εμφανίζεται ποτέ.
Επίσης ένα στοιχείο που αποδεικνύει ότι η ακρίβεια έχει αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά στην ελληνική αγορά είναι η επιμονή του δομικού πληθωρισμού να παραμένει σε επίπεδα άνω του 3%. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η ακρίβεια δεν προκύπτει από κάποιες συγκυρίες όπως για παράδειγμα οι υψηλές τιμές στην ενέργεια, ή τα αυξημένα κόστη στις διεθνείς μεταφορές αλλά είναι πλέον παγιωμένη καθώς εξαρτάται από διαρθρωτικά προβλήματα και εγχώριες παιδικές ασθένειες της ελληνικής οικονομίας. Και φυσικά το πρόβλημα δεν μπορεί να λυθεί με αποσπασματικά μέτρα τύπου «εκπτωτικών κουπονιών» και «καλαθιών της νοικοκυράς» που ίσχυαν παλαιότερα.
Αντίστοιχη είναι η εικόνα στις υπηρεσίες, όπου ο πληθωρισμός παραμένει σε επίπεδα που δύσκολα δικαιολογούνται από την παραγωγικότητα της οικονομίας. Εδώ αποτυπώνεται ένα χρόνιο πρόβλημα: η ανάπτυξη βασίζεται κυρίως στην κατανάλωση και λιγότερο στη βελτίωση της προσφοράς, με αποτέλεσμα οι τιμές να αποσυνδέονται από τα πραγματικά εισοδήματα.
Δηλαδή αποδεικνύεται και από τα στοιχεία της Eurostat ότι το πρόβλημα της ακρίβειας στην Ελλάδα είναι πάνω από όλα πολιτικό και αν δεν ληφθούν άμεσα γενναίες αποφάσεις για να αντιμετωπιστεί ριζικά, τότε οι παθογένειες της εγχώριας αγοράς όχι μόνο θα παραμένουν αλλά θα σταδιακά θα οξύνονται.
Αυτό σημαίνει ότι τα πορτοφόλια, ιδιαίτερα των πιο αδύναμων νοικοκυριών, θα συνεχίσουν να «ματώνουν», η διατροφική κρίση στα χαμηλότερα οικονομικά στρώματα θα γίνεται όλο και πιο συχνή ενώ η ψαλίδα του βιοτικού επιπέδου μεταξύ Ελλάδας και υπόλοιπων Ευρωπαϊκών χωρών θα συνεχίζει να «ανοίγει» με ακόμα πιο γρήγορους ρυθμούς.
Ο πληθωρισμός λοιπόν, όπως αποδεικνύεται από τα στοιχεία, μόνο ελεγχόμενος δεν είναι όπως θέλουν να υποστηρίζουν κάποιοι. Αντίθετα είναι ακόμα εδώ υπονομεύοντας την αγοραστική δύναμη, εντείνοντας τις κοινωνικές ανισότητες και εκθέτοντας ένα στρεβλό και πληθωριστικό παραγωγικό μοντέλο που παραμένει ευάλωτο σε κάθε μορφής απειλές καθώς συνεχίζει να στηρίζεται σε «σάπιες» οικονομικές βάσεις.











